Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009


party, party στις 7 του Μάρτη
και...
a dio ombre a quatro di Ottobre

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009

μην ξεχνάμε ότι η 4η Οκτωβρίου είναι:

η παγκόσμια μέρα των ζώων
η μέρα ίδρυσης της Νέας Δημοκρατίας
η μέρα ίδρυσης της τροχαίας
η μέρα που πρωτοεμφανίστηκε ο Snoopy
η μέρα που γεννήθηκε ο Oliver Cromwell
η μέρα που πέθαναν οι Janis Joplin, Offenbach, Rembrandt
η μέρα του πρώτου φεστιβάλ τραγουδιού της Θεσσαλονίκης

ΤΙ ΑΛΛΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ;

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Κάποτε όταν θα 'χουμε καιρό, θα σκεφτούμε πάνω στις ιδέες όλων των μεγάλων στοχαστών, θα θαυμάσουμε τους πίνακες όλων των μεγάλων ζωγράφων, θα γελάσουμε μ' όλους τους χωρατατζήδες, θα κορτάρουμε όλες τις γυναίκες, θα διδάξουμε όλους τους ανθρώπους...
Berthold Brecht

Τρίτη 2 Ιουνίου 2009

"Au revoir ici, n' importe ou. Conscrits du bon vouloir, nous aurons la philosophie feroce: ignorants pour la science, roues pour le confort, la crevaison pour le monde qui va. C' est la vraie marche. En avant, route!"
(Καλή αντάμωση εδώ, οπουδήποτε. Νεοσύλλεκτοι με καλή θέληση, θα έχουμε την άγρια φιλοσοφία, αμαθείς για την επιστήμη, διεφθαρμένοι για την άνεση, ο ψόφος για τον κόσμο που προχωράει. Αυτή είναι η αληθινή πορεία. Εμπρός, δρόμο!).
Arthur Rimabud

Δευτέρα 18 Μαΐου 2009

«Μην ακούς όσα λένε οι μικροί. Είναι ανίδεοι από βίαιους παλμούς και ψηλά πετάγματα, κοιτάνε πολύ προς τα κείμενα και τα καθιερωμένα. Την ψυχή τους δεν σφυρηλάτησε τ’ Όνειρο, δεν καθαγίασε η Σκέψη. Ξέρουνε ένα «πρέπει» και τίποτ’ άλλο, είναι η πιο μουγκή εκδήλωση της Ζωής…».
Ναπολέων Λαπαθιώτης

Τρίτη 24 Μαρτίου 2009

(από το «Μονόγραμμα»)

Θα πενθώ πάντα -μ’ ακούς;- για σενα
μόνος, στον Παράδεισο
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές τής παλάμης
η Μοίρα, σαν κλειδούχος

Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.

Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεγμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Πού μ’ αφήνεις, πού πάς και ποιος, μ’ ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τούς κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα ’ρθει μέρα, μ’ ακούς
Να μάς θάψουν κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μάς κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς
Να γυαλίσει επάνω τούς η απονιά, μ’ ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μάς ρίξει
Στα νερά ένα-ένα, μ’ ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς

Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
Είμ’ εγώ πού φωνάζω κι είμ’ εγώ πού κλαίω, μ’ ακούς
Και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να ’ρθω
Πού δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό

Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου βυθού
μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ’ άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τή στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Έτσι σ’ έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Να ’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμα σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ ακολουθεί
Και να παίζει με τ’ άσπρο και το κυανό η ψυχή μου
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ’ εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ’ ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τον Παράδεισο
Οδυσσέας Ελύτης

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009

"Αξύνετοι ἀκούσαντες κωφοῖσιν ἐοίκασι· φάτις αὐτοῖσιν μαρτυρεῖ παρεόντας ἀπεῖναι. Οὐ γὰρ φρονέουσι τοιαῦτα πολλοί, ὁκόσοι ἐγκυρεῦσιν, οὐδὲ μαθόντες γινώσκουσιν, ἑωυτοῖσι δὲ δοκέουσι".
(Όταν ακούν δεν καταλαβαίνουν και γι' αυτό μοιάζουν με κουφούς. Σ' αυτούς ταιριάζει η παροιμία: Παρόντες απουσιάζουν. Ούτε σκέφτονται οι πιο πολλοί απ' τους ανθρώπους, πάνω σ' αυτό που συναντούν ούτε κι όταν το μάθουν το γνωρίζουν, αλλά το φαντάζονται).
Ηράκλειτος