Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεωργιάδου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεωργιάδου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

ΚΡΥΩΝΩ…
Είμαστε η γενιά που θα μας οικτίρουν οι νεοφιλελέδες μεσόκοποι επειδή δεν ξέρουμε την τεχνική του πώς να χωνεύεις τα κάρβουνα για μαγκάλι. Twitter, Παρασκευή, 1/3/2013.
Οι αναθυμιάσεις του μαγκαλιού απλώθηκαν από τη Λάρισα σ’ ολόκληρη τη χώρα. Μπήκαν μέσα στις παγωμένες σχολικές αίθουσες που τα παιδιά τουρτούριζαν χωρίς θέρμανση και, ευκαιρίας δοθείσης, ο προς αξιολόγηση δάσκαλος τους εξηγούσε τις βλαπτικές συνέπειες του μονοξειδίου του άνθρακα και τις τονωτικές επιδράσεις του κρύου. Γιατί από κάθε γεγονός πρέπει να κρατάς την ουσία και το ηθικόν δίδαγμα. Καλά πάμε, είπαν οι αναθυμιάσεις και αποχώρησαν.
Πέταξαν πάνω από τα κουτιά των άστεγων, που εκείνη την ώρα έκαιγαν τουρτουρίζοντας δυο λάστιχα, μα δεν είχαν λόγο να σταθούν. Ο αέρας τρύπωνε από παντού και αραίωνε τις λιποθυμικές τάσεις. Και πάλι το ηθικόν δίδαγμα σε αρχαιοπρεπή μάλιστα έκδοση. «Ουδέν κακόν, αμιγές καλού». Τυχεροί!
Τρύπωσαν στο πένθιμο σπίτι ενός από τους τρεις χιλιάδες αυτοκτονημένους, μα κι εκεί ένοιωσαν περιττές. Η θηλιά στο ταβάνι, η πεταμένη καρέκλα στο πάτωμα κι εκείνο το γράμμα «δεν αντέχω άλλο», είχαν το σουρεαλισμό μιας παγωμένης φωτογραφίας που δεν τη διαπερνά πια ούτε ο μολυσμένος αέρας.
Τι κρύο!
Πέταξαν πάνω από τις ουρές των άρρωστων που περίμεναν υπομονετικά το γενόσημο και αισθάνθηκαν μειονεκτικά. Οι υπερτασικοί έπεφταν, έτσι κι αλλιώς, σε υπογλυκαιμικό κώμα από τα αντιυπερτασικά γενόσημα και οι καρκινοπαθείς έλιωναν αβοήθητοι. Έπειτα άκουσαν και τη δήλωση του Σαλμά για την εξυγίανση του ΕΟΠΥΥ και σκέφτηκαν πως αυτός τα καταφέρνει και μόνος του.
Βρέθηκαν ύστερα σε μια σχολή υγιούς πατριωτικής διαφώτισης, όπου αναλφάβητοι χρυσαυγίτες μάθαιναν, σε παιδάκια εθνικόφρονων οικογενειών, γράμματα χασάπη, μαχαιροβγάλτες δίδασκαν ιστορίες μισαλλοδοξίας και τρόμου, είχαν εκεί κι ένα φούρνο, όπου παρέδιδαν συνταγές κρεματόριου και το κρυφό αυτό σχολειό έβγαζε τέτοια μπόχα, που και οι αναθυμιάσεις του μονοξείδιου έφυγαν τρέχοντας, για να μη ψοφήσουν.
Κρυώνω!
Προσπάθησαν μετά να μπουν στο πρωθυπουργικό μέγαρο, σε μια απέλπιδα απόπειρα, αφού από μακριά ακουγόταν, μεγαλόπρεπος ο λέβητας του καλοριφέρ και το βουητό των κλιματιστικών, προσφέροντας την αναγκαία θαλπωρή στην εκπόνηση σχεδίων για τη σωτηρία της χώρας. Έπειτα άκουσαν και τη δήλωση του τρίτου και μακρύτερου σκέλους της τρικομματικής κυβέρνησης πως «δεν μασάει η κατσίκα ταραμά» και αποχώρησαν, μην τις καταπιεί κι αυτές αμάσητες.
Συνέχισαν το δρόμο τους ως το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ μα και πάλι δεν είχαν λόγο ύπαρξης. Όχι μόνο γιατί ο χώρος κλιματιζόταν στο φουλ αλλά γιατί εκεί ήταν συγκεντρωμένοι πολλοί, ήδη καμένοι, εγκέφαλοι. Έπειτα άφησαν να λειτουργήσουν απρόσκοπτες οι δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις που εκλύονταν από το λόγο του βασιλιά καρνάβαλου. «σήμερα που αρχίζει το συνέδριό μας η ελληνική κοινωνία, ο λαός, ο πολίτης είναι εδώ παρών με τις αγωνίες και τις προτεραιότητές του. Αυτόν σκεφτόμαστε, γι' αυτόν αγωνιζόμαστε, σε αυτόν απευθυνόμαστε».
Πολύ κρύο εφέτος!
Για το προεδρικό μέγαρο ούτε που το σκέφτηκαν. Όλοι το ξέρουν καλά, ακόμα και τα μονοξείδια, πως το φρούριο αυτό της δημοκρατίας είναι απόρθητο και αδιαπέραστο. Έπειτα συνομιλούσαν με τη γέρικη δημοκρατία οι τρεις αρχηγοί και από τις καμινάδες του μεγάρου εκλυόταν ένα επισκοπικό μύρο από τα λόγια του Κουβέλη, μια μάγκικη αποφορά από τα στιβαρά χείλη του πρωθυπουργού και μια τσίκνα καμένου λίπους από τον έτερο των τριών.
Και να τες ξανά, οι δολοφονικές αναθυμιάσεις, πάνω από ένα κανάλι. Κανάλι, όχι μαγκάλι, που λέει και ο Χατζηστεφάνου. Γινόταν, εκείνη την ώρα, σύσκεψη των βασικών διαφωτιστών για το πώς θα χειριστούν κι αυτό το θανατικό, χωρίς πολλές-πολλές αιτιάσεις. «Εσύ, Όλγα, φόρα το πιο παγερό σου βλέμμα και την πιο ανέκφραστη φωνή μιας κοινότυπης ανακοίνωσης. Εσύ, Γιάννη, σούφρωσε απλά, με σκεπτισμό, τα χείλη κι εσύ Παύλο, ως πάλαι ποτέ αριστερό άλλοθι κάθε βρωμικού ξεπλύματος, σχολίασε μονολεκτικά, με μια δόση παρηγορητικής συμπάθειας, «θλιβερό».
Από τις περιπτώσεις, δηλαδή, που και τα μονοξείδια ωχριούν και απέρχονται.
Πέταξαν πάνω από το τελευταίο μπλόκο των αγροτών. Εδώ θα μπορούσε να γίνει κάτι. Είχαν ανάψει φωτιές για να ζεσταθούν και ήταν εύκολος στόχος. Εξάλλου τα μονοξείδια ήξεραν καλά πως, έτσι κι αλλιώς, τους είχαν για πέταμα. Θα κάναμε καλή δουλειά, σκέφτηκαν, αν ήταν σε κλειστό χώρο. Όμως από πάνω τους ήταν ο ανοιχτός ουρανός και τρέχανε τα σύννεφα και οι βοριάδες και διαλυόντουσαν ανήμπορα τα μόρια των μονοξειδίων.
Τράβηξαν κατά τις Σκουριές. Όχι τις αρχαίες. Τις νέες και λαμπίζουσες του χρυσοφόρου Εldorado. Κάτι κωλόπαιδα, ανθέλληνες παρεμπόδιζαν τις επενδύσεις και την ανάπτυξη της χώρας. Το ήθελαν το μονοξείδιο τους αλλά τους άφησαν στη μοίρα του flash roasting που δεν εκπέμπει απλά μονοξείδια. Θα μάθαιναν αυτοί καλά από τα διοξείδια του θείου και τα συμπυκνώματα αρσενοπυρίτη. Πόσο θα παίξουν κρυφτούλι με το άσθμα και τον καρκίνο; Οι αναθυμιάσεις του μονοξειδίου υποκλίθηκαν με σεβασμό στους ανώτερους και αποχώρησαν.
Έχω ξεπαγιάσει. Δε νοιώθω καν τα δάχτυλά μου. Καταπίνω και το σάλιο μού στέκεται στο λαιμό σαν παγάκι. Σκέφτομαι τις μάνες και τουρτουρίζω. «Μη φύγεις, γιε μου, στα καράβια. Να σπουδάσεις. Θα αλλάξουν τα πράγματα. Θα δεις». Τυλίγομαι με μια κουβέρτα. Τίποτα. Ακούω από μίλια μακριά τη νεκροκαμπάνα και τουρτουρίζω. Κάνω να κλάψω κι από τα μάτια μου, αντί για δάκρυα, βγαίνουν δυο παγωμένοι σταλακτίτες.
Έχω γίνει μια σπηλιά.
Νίνα Γεωργιάδου

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Αγαπημένε μου Διομήδη,
Επανέρχομαι με μια δεύτερη επιστολή διότι έχω μείνει εμβρόντητη! Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το πόρισμα του Τσεβά για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου, βλέπω το όνομά σου ανάμεσα σε τόσα άλλα κι όμως μαθαίνω πως δεν είσαι νεκρός. Πώς μπόρεσες να συμβάλεις σ’ αυτή την ιστορική παραχάραξη; Δεν ξέρω πια τι να υποθέσω.
Όμως ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή γιατί η συναισθηματική μου φόρτιση κάνει τον πρόλογο δυσνόητο. Ίσως οι διευκρινίσεις που ακολουθούν να περιττεύουν, μιας και, όντας ζωντανός, έχεις προσωπική αντίληψη όσων συμβαίνουν και συνταράσσουν την εντελώς κοινή γνώμη. Φοβάμαι όμως ότι η ανωριμότητα που σε οδήγησε σ’ αυτή τη σκευωρία, εξακολουθεί να σε εμποδίζει από το να δεις τα πράγματα με την κρυστάλλινη ενάργεια που θα στα παραθέσω.
Τον τελευταίο καιρό εμφανίστηκε μια πολύ πατριωτική οργάνωση, πατριωτικότερη των συνήθων πατριωτών, η οποία αποκαθιστά ιστορικές αλήθειες (βάναυσα διαπομπευμένες από αντιπατριώτες) αναδεικνύει το μεγαλείο της φυλής, καθώς και τον ευλύγιστο πλούτο της νεοελληνικής μας γλώσσας. Με συγχωρείς που παρεκκλίνω λιγάκι της ουσίας, προκειμένου να σε ενημερώσω λεπτομερειακά. Με μια ονομασία που επιτέλους παραπέμπει σε φως στο βάθος του τούνελ και καθώς συνδυάζεται με το βαρύτιμο μέταλλο, αποκτά διπλή βαρύτητα, τα μέλη της ελπιδοφόρου αυτής οργάνωσης διαθέτουν ένα ζηλευτά δομημένο σωματότυπο ο οποίος, από μόνος του, αποπνέει αισθήματα ησυχίας, τάξης και ασφάλειας. Ο γλωσσικός τους πλούτος διαχέεται στα βάθη των αιώνων και αποσυντονίζει επίτηδες τον ορθογραφικό έλεγχο του microsoft word, καταφέρνοντας, έτσι, ένα καίριο πλήγμα στην επιχειρούμενη αλλόφυλη γλωσσική ομογενοποίηση. Οι, κατά καιρούς, διαφωτιστικές τους επισημάνσεις έχουν το μέτρο της ιστορικής εμβάθυνσης και της καταλυτικής ανασκολόπισης των ιστορικών ψευδών. Έτσι, πληροφορηθήκαμε, επιτέλους, ότι οι ταγματασφαλίτες ήταν επίσης πολύ πατριώτες και οι αιτιάσεις ότι στελέχωναν τα εκτελεστικά αποσπάσματα των Ναζί, αποτελούν αισχρά ψεύδη του λόμπυ της δραχμής. Ναι, ναι, της δραχμής. Διότι, όπως διαπιστώνεις στην επισυναφθείσα αφίσα, η λέξη «ευρών», εμμέσως πλην σαφώς, παραπέμπει στο ποσό των ευρών και όχι των δραχμών που θα εισπράξει ο τυχερός στο τέλος της αντίστοιχης έρευνας. Διαφορετικά θα είχε γραφτεί σωστά ως «εβρόν», διεμβολίζοντας το microsoft word που λέγαμε πριν και αναδεικνύοντας την ευαίσθητη ζώνη εισόδου λαθρομεταναστευτικών μιασμάτων, όπως σωστά υπογραμμίστηκε από το βήμα του ναού της δημοκρατίας.
Ακροθιγώς έθιξα το ζήτημα αυτό στην προηγούμενή μου επιστολή, λέγοντάς σου ότι λαθραίως επιμένουν να αναζητούν καταφύγιο από τη φτώχεια και τον πόλεμο κάτι κυνηγημένοι, επίτηδες για να σπάνε τα νεύρα του Άδωνη. Δεν θα επεκταθώ επί του θέματος, να σε διαβεβαιώσω μόνο ότι αυτά που ήξεραν (τα λαθρομεταναστευτικά μιάσματα) να τα ξεχάσουν. Τώρα πια, από τη μια το σχέδιο «Ξένιος Ζευς» που εκπονήθηκε από το υπουργείο ΠροΠο και από την άλλη τα παιδιά αυτής της ελπιδοφόρου οργάνωσης, τους κάνουν να ξερνάνε το γάλα της μάνας τους και να μετανιώνουν πικρά για την κρίση, την ανεργία, την υπερχρέωση και την ύφεση που προκάλεσαν στη χώρα.
Θα μου επιτρέψεις μία ακόμη παρέκκλιση σε σχέση με τον Άδωνη. Και αυτό, το μέγα πολιτικό μέγεθος, απεκάλυψε ευθαρσώς ότι, μετά από δική του εμβριθή ιστοριοφυσιοδιφική μελέτη, δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο. Το μέγα αυτό πολιτικό μέγεθος δεν συγκαταλέγεται στην εν λόγω οργάνωση. Μεταπηδώντας από μια άλλη ομογάλακτη, της οποίας εγκαίρως διέβλεψε την εκλογική αποτυχία, σε μια άλλη ομογάλακτη, της οποίας εγκαίρως διέβλεψε την εκλογική επιτυχία, ευτυχώς παραμένει στο ελληνικό κοινοβούλιο, κοσμώντας με την παρουσία και την παρρησία του το ναό της δημοκρατίας.
Ας επανέλθουμε όμως στη χρυσή αποκατάσταση ιστορικών αληθειών. Μάθαμε επιτέλους ότι η τεταμένη δεξιά χείρα δεν αποτελεί ναζιστικό χαιρετισμό αλλά προσπάθεια προστασίας των ομμάτων από τις βλαβερές αχτίνες του ηλίου. Στην ηλιόλουστη χώρα που ζούμε, διαπιστώνει κανείς διαχρονικά αυτή την ανάγκη αν ανατρέξει σε φωτογραφίες του παρελθόντος που αποτυπώνουν επιτελείς του Μεταξικού καθεστώτος στην προσπάθεια τους να αποφύγουν τη βλαβερή ακτινοβολία, καλοκαιρινά ενσταντανέ των κατοχικών στρατευμάτων κλπ κλπ.
Η αφίσα που παραθέτω είναι γροθιά στο στομάχι της νεοελληνικής ιστορίας, αποκαθιστά την αλήθεια, αίρει τα μίση και τα πάθη και προσφέρει στον «ευρών» μία πολύτιμη ευκαιρία οικονομικής τόνωσης, στους σημερινούς χαλεπούς καιρούς. Βλέποντάς την είδα επιτέλους το φως μου καθώς και την πεφωτισμένη ορθογράφηση του «αμοιφθήσεται» η οποία εντέχνως παραλείπει το έψιλον γιώτα, υποδηλώνοντας έτσι την ουσιαστικοποίηση του ρήματος.
Αγαπημένε μου, Διομήδη,
το ξέρω ότι παρέκκλινα αρκούντως, θεώρησα όμως αναγκαίες αυτές τις ιστορικές επισημάνσεις. Απορώ πώς μπόρεσες να με αφήσεις με τον πόνο του χαμού σου όλα αυτά τα 39 χρόνια, συμβάλλοντας επιπλέον σε μια ανεπίτρεπτη ιστορική παραχάραξη. Το μόνο ελαφρυντικό που μπορώ να υποθέσω για σένα, είναι η ανωριμότητα που σε διακατείχε στα δεκαεφτά σου χρόνια. Έγινες, θέλω να πιστεύω, ακούσιος συνεργός άθλιων σκευωρών, οι οποίοι αποπειράθηκαν να αμαυρώσουν ακόμη μια λαμπρή σελίδα της ιστορίας μας. Αυτήν της εθνοσωτηρίου επαναστάσεως του 1967. Η αλήθεια όμως, αργά ή γρήγορα, πάντα λάμπει, ιδιαίτερα κάτω από το εκτυφλωτικό φως μιας 24 καρατίων αυγής. Ο επί δεκαετίες παρεξηγημένος (ως ταγματασφαλίτης, συνεργάτης των Ναζί, πράκτορας της CIA, επανειλημμένως πραξικοπηματίας, προβοκάτορας ολκής, μαριονέττα του Τομ Πάππας, ανδρείκελο και μέγα λαμόγιο) αρχηγός της επαναστάσεως, έστω και μετά θάνατο, απεκατεστάθη και μπορεί πια να συγκαταλέγεται επάξια στο πάνθεον των σωτήρων αυτού του τόπου.
Μετά την αποκάλυψη της σκευωρίας του Πολυτεχνείου, σύντομα, ελπίζω, θα αποκαλυφθεί η σκευωρία της Γυάρου, Μακρονήσου και λοιπών παραθεριστικών καταλυμάτων. Η αμαύρωση αυτών των ωραίων ελληνικών νησιών ως τόπων εξορίας, πρέπει επιτέλους να πάρει τέλος. Η εθελοντική μετάβαση κομπλεξικών αριστερών σε ερημικά νησιά, για τις θερινές τους διακοπές, συνεχίζεται μέχρι σήμερα και αποτελεί ιστορικό όνειδος η εμμονή τους σε αντιπατριωτικές αναλήθειες.
Μια μόνο πράξη μπορεί πια να σε εξιλεώσει από τη συμμετοχή σου σ’ αυτή την άνανδρη σκευωρία. Με δεδομένο ότι και ο, εικοσάχρονος τότε, Μιχάλης Μυρογιάννης ζει και αδίκως αμαυρώνεται η υπόληψη του ταγματάρχη Ντερτιλή, θα πρέπει, όπως και εσύ, να εμφανιστεί και να αποκαταστήσει την αλήθεια. Να παραδεχτεί δημόσια ότι ουδέποτε ο ταγματάρχης τον πυροβόλησε στο κεφάλι, ουδέποτε τον σκότωσε, ουδέποτε είπε στον οδηγό του, Αντώνη Αγριτέλη, "Με παραδέχεσαι ρε; Σαράντα πέντε χρονών άνθρωπος και με τη μία στο κεφάλι!"...
Και όλοι οι υπόλοιποι, οι φερόμενοι ως νεκροί, καλά θα κάνουν επίσης να εμφανιστούν και να συμβάλουν έτσι στην αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Κρατώ μόνο μια επιφύλαξη για τον Μπασρί Καράκα, Αφγανό (που ο διαμελισμός του από το πολυβόλο άφησε το γιο του Φαρούκ με το κομμένο χέρι του πατέρα του στο δρόμο) και την Torill Magrethe, Νορβηγή. Η εμφάνιση αυτών των αλλοδαπών ζωντανών-νεκρών μπορεί να προκαλέσει δικαιολογημένα το πατριωτικό μένος του Άδωνη και των άλλων παιδιών διότι φτάνει πια, αρκετούς αλλοδαπούς ζωντανούς-νεκρούς έχει αυτή η χώρα.
Αγαπημένε μου Διομήδη,
Το ξέρω πως όλοι εσείς, οι ζωντανοί-νεκροί του Πολυτεχνείου βρίσκεστε κάπου μαζί κι ανάμεσά σας ο πιτσιρίκος Δημήτρης Θεοδωράς που πυροβολήθηκε στα πέντε του χρόνια. Στο σημείο που δολοφονήθηκε (Ορεινής Ταξιαρχίας στου Ζωγράφου) υπάρχει ένα περίπτερο, δίπλα στην τιμητική πλάκα. Από εκείνο το περίπτερο έπαιρνα τσιγάρα όταν ήμουν φοιτήτρια. Κάθε φορά που έβλεπα πώς ένα πεντάχρονο παιδί μπορεί να γίνει ένα κομμάτι μάρμαρο, έτρεχαν τα μάτια μου και έκλεινε ο λαιμός μου. Γιατί περισσότερο από το κάπνισμα, η παλιανθρωπιά και ο κρετινισμός βλάπτουν σοβαρά την υγεία.
Πες στο Δημήτρη, πως ακόμα κι αν όλοι πάθουμε μαζική μαλάκυνση, ακόμα κι αν όλοι γίνουμε από φόβο αυτολογοκριμένα ασπόνδυλα, έστω και ένας άνθρωπος – η μάνα του – θα συνεχίσει να τον κλαίει.
Κατάλαβες λοιπόν, αγαπημένε μου Διομήδη;
Αυτή η αφίσα μας θυμίζει ότι για πάντα θα ΖΕΙΣ.
Νίνα Γεωργιάδου

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

«Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να σκοτώσεις έναν άνθρωπο.
Μπορείς να τον μαχαιρώσεις στην κοιλιά
να του αρπάξεις το ψωμί απ' το στόμα
να μην θεραπεύσεις την αρρώστια του
να τον χώσεις μέσα σε μια τρώγλη
να τον εξοντώσεις βάζοντάς τον να δουλεύει μέχρι θανάτου
να τον οδηγήσεις στην αυτοκτονία, να τον σύρεις στον πόλεμο».
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Από τη μέρα που ο Αμερικανοκίνητος χρυσωμένος κρετίνος κήρυξε τον ενταφιασμό της χώρας από το Καστελόριζο, έχουν περάσει 1.091 μαύρες μέρες και εφιαλτικές νύχτες. Από τη στιγμή εκείνη μέχρι σήμερα, 2.000 δικοί μας άνθρωποι έβαλαν ή αποπειράθηκαν να βάλουν τέλος στη ζωή τους.
Κάθε μαύρη μέρα, δύο δικοί μας άνθρωποι περνούν στο λαιμό τους τη θηλιά, στην οποία τα καθάρματα συρρίκνωσαν ζωές και προσδοκίες.
Κάθε μαύρη μέρα δύο δικοί μας άνθρωποι βάζουν το πιστόλι, που τάχα κρατούσε ο Αμερικανοκίνητος, χρυσωμένος χάχας, στο δικό τους κρόταφο, βυθίζοντας σε αβάσταχτο πένθος τους δυστυχισμένους δικούς τους και όλους εμάς.
Στις 21 του Απρίλη -την αποφράδα επέτειο- οι παπαγάλοι της μιντιακής δικτατορίας ασχολήθηκαν, μετ’ επιτάσεως, ανιαρών επαναλήψεων και γλυκανάλατων βιογραφικών φληναφημάτων, με την επίθεση που δέχτηκε ο προγναθισμός του Ευθυμίου από τα Χρυσά Αυγά του φιδιού. Ούτε λέξη για την αυτοκτονία του 44χρονου δάσκαλου Μετοικίδη ή του ανώνυμου εργάτη στη Χίο.
Και σήμερα ούτε λέξη για την αυτοκτονία του 38χρονου Πολυβού.
Όχι γιατί φοβούνται αυτό το θανατικό που έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας -μάλιστα το έχουν μεθοδεύσει πολύ αποτελεσματικά μέσα από το ερειπωμένο σύστημα «υγείας»- αλλά γιατί τους είναι αδιάφορο. Χώρια που μπορεί να αποδειχτεί και επικίνδυνο στην πυροδότηση μιας εξέγερσης.
Όλο το δημοσιοκαφρικό τους μεγαλείο αφιερώνεται στη «γιορτή της δημοκρατίας»,την εκλογολαγνική διέξοδο του συμπιεσμένου θυμού και της συσσωρευμένης απόγνωσης. Και από κοντά και η «έκκληση» της Φωφώς για «μέτωπο υπεράσπισης της δημοκρατίας», που τη τσουβαλιάσανε μαζί με γάτες και την πέταξαν στο πέλαγος της αγοραίας ηθικής τους.
«Οι κεκαρμένοι αυτοκτονούν» δεν έχει την πια μόνο την έννοια που είχε ο τίτλος του βιβλίου του Κάσδαγλη για τους φαντάρους. Οι κουρεμένοι που αυτοκτονούν σήμερα, είναι οι φτωχοί απελπισμένοι κι η αυτή η θητεία δε φαίνεται να έχει τελειωμό.
Σε συλλογή στοιχείων από το διευθυντή του Ινστιτούτου Υγείας του παιδιού, Γιώργο Νικολαΐδη, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη επιδημιολογική έρευνα, μελαγχολικός αισθάνεται ένας στους δύο Έλληνες, ενώ ένας στους πέντε που βρίσκεται σε υψηλή οικονομική δυσχέρεια, κάνει σκέψεις αυτοκτονίας.
Ο Μινώταυρος των αγορών τρέφεται με κέρδη, απόγνωση και αίμα. Οι πρόστυχες πρωθιέρειές του έχουν την κακόβουλη όψη του σταφιδιασμένου Σόιμπλε, των βουτυράτων μάγουλων του μπούλη ηγέτη του ΠΑνελλήνιου ΣΟδομιστικού Κινήματος, τη γκρίζα μούρη της Νέας Δημοκοπίας, τα ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά του επελαύνοντος φασισμού, τον κυνισμό ΟΛΩΝ αυτών που ερήμωσαν τον τόπο και ισοπέδωσαν το λαό και ακόμη τολμούν, σαν κάργες, να κρώζουν προεκλογικές ψευτιές σε στημένες συνεντεύξεις και κομματοσκυλικές μαζώξεις.
Πρόκειται για δολοφόνους κατά συρροή!
Έχουν ακέραια την ηθική αυτουργία αυτού του ολοκαυτώματος. Είναι οι Χάννιμπαλ της σιωπής των αμνών, της δικής μας σιωπής, που δεν αρκεί να μετασχηματιστεί μόνο σε εκλογική τιμωρία αλλά σε μια μεγάλη ανειρήνευτη κραυγή, για να βάλει τέλος σ’ αυτή την ανθρωποφαγία.
ΕΜΕΙΣ πρέπει να τους φορέσουμε τη μάσκα που θα σφραγίσει ερμητικά το απύλωτό τους στόμα και, πισθάγκωνα δεμένους, να τους παραδώσουμε στη λαϊκή Νέμεση.
Δεν έχουμε την πολυτέλεια να θρηνήσουμε ούτε έναν ακόμη δολοφονημένο αυτόχειρα.
Δεν έχουμε το δικαίωμα να θρηνούμε πάνω στα συντρίμμια της ζωής μας και της απόγνωσης των άνεργων παιδιών μας.
Έχουμε την υποχρέωση να σηκωθούμε όρθιοι και να υπερασπιστούμε ζωές, δικαιώματα και ελπίδες.
ΔΕΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΟΥΜΕ. ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ, ΡΕ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ.
Νίνα Γεωργιάδου

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

ΓΙΑΤΙ ΚΛΑΙΣ ΠΡΟΕΔΡΕ;
Τ’ αληθινά δάκρυα απεχθάνονται το φως της δημοσιότητας (ΜΠ. ΜΠΡΕΧΤ)
28 Οκτώβρη 2011

Είδα το παιδί στο αναπηρικό καρότσι να ορθώνεται.
Είδα το φάσκελο του έφηβου στους κομισάριους.
Είδα τους νέους ν’ αποστρέφουν το βλέμμα απ’ την εξέδρα του καίσαρα.
Είδα το πένθος στα άσπρα πουκάμισα.
Είδα τη σημαία να ατενίζει το λαό.
Είδα στις μπάντες με μαύρες κορδέλες
Είδα την απόγνωση να γίνεται οργή,
την οργή να παίρνει στόμα,
το στόμα να καταριέται και ν’ απαιτεί.

ΕΠΕΛΑΣΗ, ΠΑΡΕΛΑΣΗ, ΠΡΟΕΛΑΣΗ.
Στην τελετή παράδοσης της προεδρίας το 2005, η αποχωρούσα πρόεδρος, κ. Ψαρούδα Μπενάκη, τονίζει: «τα εθνικά σύνορα και ένα μέρος της εθνικής κυριαρχίας θα περιοριστούν», «Τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη θα υποστούν μεταβολές, καθώς θα μπορούν να προστατεύονται αλλά και να παραβιάζονται, από αρχές και εξουσίες πέραν των γνωστών και καθιερωμένων», «Η δημοκρατία θα συναντήσει προκλήσεις και θα δοκιμαστεί από ενδεχόμενες νέες μορφές διακυβέρνησης».
Έκτοτε η κ. Μπενάκη εξαφανίστηκε από το πολιτικό προσκήνιο, ενώ τη δήλωσή της δεν καταδέχτηκε να σχολιάσει κανένας εμβριθής αναλυτής, κανένας ειδικός παραθυρολάγνος. Σ’ αυτή την απίστευτη δήλωση, θα μπορούσατε τουλάχιστον να πείτε πως, όσον αφορά την προεδρία της δημοκρατίας, θα αποκρούσετε τέτοια μαύρα ενδεχόμενα και θα προστατέψετε την εθνική κυριαρχία και τα δικαιώματα των ανθρώπων. .
Εσείς τότε, κύριε πρόεδρε, απαντήσατε μ’ ένα ασυνάρτητο «ευχαριστώ».
Η «λαϊκή κυριαρχία», που αναφέρεται στον πρόλογο του συντάγματος και που με τόσο ωραία λογάκια διατυμπανίστηκε από το μεγάλο παραμυθά στο «συμβόλαιο με το λαό», συρρικνώθηκε στην υπογραφή του νεογιάπη υπουργού οικονομικών και παραοικονομίας. Από τις 6 Μάη 2010 και στο εξής, ο εκάστοτε αυτός αποφασίζει την ανανέωση των συνθηκών παράδοσης της χώρας, καταδεχόμενος ενίοτε να σας ενημερώνει. Οι πολλοί των ‘έγκριτων’ συνταγματολόγων και οι συνυπεύθυνοι συνυπουργοί κατάπιανε αμάσητη την πιο κατάφωρη παραβίαση του. Η χώρα παραδόθηκε στο στόμα του λύκου. Άρχισε η μεγάλη νύχτα για το λαό. Εσείς τότε εκκωφαντικά, και οπωσδήποτε χωρίς να δακρύσετε, σιωπήσατε, κύριε πρόεδρε. Και όσο έβλεπαν με πόση άνεση συνυπογράφετε, αποφάσισαν να μην μπαίνουν καν στον κόπο. Ούτε εκείνοι, ούτε εσείς.
Μνημόνιο και δανειακή σύμβαση, οι δυο μαύρες νεκρολογίες. δεν φέρνουν καν τη δική σας υπογραφή. Όχι γιατί την αρνηθήκατε, όπως θα ‘πρεπε ως εγγυητής του Συντάγματος, αλλά γιατί σας θεώρησαν - τόσο απαξιωτικά για σας, τόσο καταστροφικά για τη χώρα - δεδομένο. Κι όμως δε δακρύσατε.
Όταν ο υπογραμμένος από εσάς νόμος περί συλλογικών διαπραγματεύσεων και το άρθρο 22 του Συντάγματος περί προστασίας της εργασίας, «ηθικής και υλικής εξύψωσης του εργαζόμενου» και άλλα τέτοια μπλα-μπλα, έγιναν κουρέλι από ένα μνημόνιο ενταφιασμού της στοιχειώδους εργασιακής αξιοπρέπειας, αποδεχτήκατε το κουρέλιασμα. Μόνο που δεν κουρελιαζόντουσαν λέξεις και κατ’ επίφαση διακηρύξεις , αλλά οι ζωές χιλιάδων ανθρώπων. Εσείς τότε, επιλέξατε το ρόλο του μητροπολίτη των ευχελαίων και, χωρίς να δακρύσετε, παραμείνατε στη θαλπωρή της σιωπής. Και όσο έβλεπαν με πόση άνεση συνυπογράφετε, σας έφερναν για επικύρωση τον ένα θάνατο, μετά τον άλλο.
Και να και ο Καλλικράτης, που έρχεται κομίζοντας την αποδόμηση της χώρας. Ένας νόμος που η ψυχή του συνοψίζεται στο τρίπτυχο: ομοσπονδιοποίηση, συγκεντρωτισμός, ιδιωτικοποίηση.
- Υπογράψτε, κύριε πρόεδρε.
- Τι είναι αυτό;
- Ο νόμος νούμερο 3852/10.
- Και σε τι αφορά;
- Στο «νοικοκύρεμα, τη μεταρρύθμιση, τον εκσυγχρονισμό».
Τόσο ανυποψίαστος πια στο βιασμό των εννοιών;
Στο νούμερο 3852/10, υπογράψατε τη συγχώνευση σχολείων, το κλείσιμο νοσοκομείων, την εγκατάλειψη του ορεινού χωριού, την προαναγγελία των «ελεύθερων ζωνών». Εσείς τότε ζητήσατε καινούρια πένα για να βάλετε αδάκρυτα την ευδιάκριτη επικύρωση.
Όταν ο ευτραφής εγγονός του Πάγκαλου προανήγγειλε την αντισυνταγματική κατάργηση της μονιμότητας, ο καθηγητής του συνταγματικού Δικαίου, κ. Αντώνης Μανιτάκης, δήλωσε: «Δεν τολμώ να φανταστώ ότι θα υπάρξει ελληνική κυβέρνηση που θα το επιχειρήσει. Το θεωρώ ούτως ή άλλως απάνθρωπο: και μόνη η σκέψη του με ξεπερνά ως νομικό, ως συνταγματολόγο, ως δημοκρατικό πολίτη».
Αυτή θα έπρεπε να είναι δική σας δήλωση. Δεν έγινε ποτέ. Αντίθετα, όταν προχθές σας έφεραν το νόμο «περί νέου ενιαίου μισθολογίου», ρωτήσατε τι πάει να πει «έφεδρος». Οι επιμελητές των λογοτεχνικών αυτών κειμένων σας εξήγησαν: «τους απονέμουμε αξιώματα, κύριε πρόεδρε». Εσείς τότε αμολήσατε, χωρίς να δακρύσετε, άλλη μια φαρδιά-πλατιά υπογραφή.
Και να μια καταιγίδα νόμων και υπονόμων για κατώτατους μισθούς, ημερήσιες συμβάσεις, χαράτσια και δεκάτες, επιβολή τέλους ακινήτου σε ανθρώπους με αναπηρία 75% και σε άνεργους, προκαταβολικές απαλλαγές των υπουργών από κακουργήματα ενάντια στη χώρα. Κοντέψατε να πάθετε τενοντίτιδα απ’ τις πολλές υπογραφές κι όμως δε διστάσατε να επικυρώνετε, χωρίς να δακρύζετε, κύριε πρόεδρε.
Κι όταν ξεμπέρδεψαν με τα βραχυπρόθεσμα, σας έφεραν προς υπογραφή τα ‘μεσοπρόθεσμα’. Το κατοχικό φιρμάνι που επισείει την εσχάτη προδοσία, με μπιτ παρά ξεπούλημα όλου του πλούτου αυτού του κατασπατηλημένου λαού, με υποχρέωσή του, λέει, να συντηρεί τα πουλημένα και να εγγυάται και δάνεια για τους αγοραστές. Ούτε και τότε δακρύσατε και επιπλέον συνυπογράψατε.
Από την ώρα που διαβάσαμε για τον πρώτο απελπισμένο που αυτοκτόνησε γιατί δεν άντεξε την απόλυση, την ανεργία, την εξαθλίωση, το άδειο βλέμμα του παιδιού του μέχρι σήμερα, μεσολάβησαν δεκάδες αυτόχειρες. Τι θλιβερή πρωτιά η χώρα του ήλιου, του απέραντου γαλάζιου, του τουριστικού μύθου να είναι σήμερα πρώτη σε αυτοκτονίες σε όλη την Ευρώπη. Ούτε όμως και γι αυτό δε δακρύσατε ποτέ, κύριε πρόεδρε.
Και όταν τα χημικά και τα δακρυγόνα πνίγουν την Αθήνα και τρέχουν ποτάμια τα δάκρυα αυτών που επιμένουν να μην αυτοκτονούν και να διεκδικούν το δικαίωμα τους στη ζωή, και το χαμένο γέλιο των παιδιών τους, τι σόι μόνωση έχει το προεδρικό μέγαρο, ώστε να μην τρέχει ένα δικό σας δάκρυ, κύριε πρόεδρε;
Είχατε τρεις επιλογές: τη συνενοχή, την άρνηση να επικυρώσετε όλη αυτή την αντισυνταγματική, δηλητηριώδη νομοκαταιγίδα και – αν σας ήταν δύσκολο να προκαλέσετε πολιτειακό ζήτημα – την ηρωική έξοδο, με μια αξιοπρεπή παραίτηση. Ας αφήνατε κάποιον, που δεν πολέμησε τους Ναζί, να υπογράφει τον ένα θάνατο μετά τον άλλο. Κάνατε τις επιλογές σας.
Δεν θέλω να λαϊκίζω, κύριε πρόεδρε, όμως όταν χτες αναφερθήκατε στη συμμετοχή σας στο αντιναζιστικό αγώνα, σκεφθήκατε πόσες χιλιάδες, από τους τότε συναγωνιστές σας, έφαγε η εξορία, ο ταγματασφαλίτης, τα βασανιστήρια; Πόσοι έμειναν ανώνυμοι, θαμμένοι για πάντα στον ομαδικό τάφο του Άγνωστου στρατιώτη; Πόσοι από αυτά τα «τιμημένα γηρατειά» πρέπει σήμερα να επιλέξουν ανάμεσα στο φαΐ και το φάρμακο γιατί η σύνταξή τους δε φτάνει; Ότι για τους ανθρώπους αυτούς που δούλεψαν σκληρά, η δική σας ετήσια αμοιβή των 447.000 ευρώ αγγίζει τα νούμερα των συμπαντικών μετρήσεων; Σκεφθείτε μόνο ότι για το συνταξιούχο των 500 ευρώ –που με τη δική σας πάλι υπογραφή ξεπερνά το αφορολόγητο των 5000– η ετήσια αμοιβή σας αντιστοιχεί σε 75 χρόνια πεντακοσάρικου.
Αν δακρύζατε για όλα αυτά ή γιατί ανθρώπινα αισθανθήκατε πολύ τυχερός, κατανοητό, κύριε πρόεδρε. Θυμηθείτε μόνο από την αστείρευτη λαϊκή θυμοσοφία πως «τα στερνά τιμούν τα πρώτα». Αν κλαίγατε γιατί είδατε κι εσείς το παιδί στο αναπηρικό καρότσι να αποστρέφει το κεφάλι και τον έφηβο να φασκελώνει τους κομισάριους της εξέδρας που τους χαντακώνουν τη ζωή, θα ήταν τιμή σας. Και τέλος –γιατί η πολλή κλαυσιλογία καταντάει αηδία– μην ντρέπεστε για μας, κύριε πρόεδρε. Κρατείστε τη ντροπή και μοιραστείτε την μ’ αυτούς που επισκέπτονται το προεδρικό μέγαρο για μια καινούργια υπογραφή που αφορά στο ξεπούλημα της χώρας και την ερήμωση του λαού.
Δε ζητήσαμε από τους πατεράδες και παππούδες μας να πολεμήσουν το Δ’ Ράιχ και τους σημερινούς δωσίλογους γιατί αυτό αντιστοιχεί σε μας. Δεν τους ζητάμε όμως να παίξουν και το ρόλο του Αβραάμ. Δεν είμαστε πρόβατα και δεν θα πάμε ποτέ εκούσια στο σφαγείο.
Και, κύριε πρόεδρε, θυμηθείτε πως όποιος μετράει πρόβατα, στη γλώσσα του Αισχύλου, θα ‘χει τον ύπνο του Αγαμέμνονα.
Νίνα Γεωργιάδου, Κάλυμνος, 29-10-11

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Είμαστε όλοι μετανάστες
Αν ένας σεισμός στην Τασμανία κρατούσε 300 ανθρώπους εγκλωβισμένους σε ερείπια, αναγκαία και ανθρώπινα η ΕΜΑΚ μαζί με εθελοντές διασώστες θα ήταν από την πρώτη στιγμή παρόντες στην προσπάθεια για απεγκλωβισμό. Αν 100 ναυαγοί πάλευαν μεσοπέλαγα για τη ζωή τους, εναέριες και θαλάσσιες δυνάμεις, αναγκαία και ανθρώπινα, θα είχαν σπεύσει για τη διάσωσή τους. Αν δέκα εκδρομείς σε χιονοδρομικό κέντρο αποκλείονταν από αιφνίδιες χιονοπτώσεις, οι κατάλληλες για τον απεγκλωβισμό δυνάμεις, σωστά και ανθρώπινα, θα βρισκόντουσαν σε συναγερμό. Αν έστω και ένας ορειβάτης στον Όλυμπο εγκλωβιζόταν σε μια χαράδρα, θα ενεργοποιούσε άμεσα τα ανθρώπινα αντανακλαστικά για τον εντοπισμό και τη διάσωσή του.
Και μαζί με τους διασώστες θα απογειώνονταν τα θορυβώδη ελικόπτερα των τηλεοπτικών ανταποκρίσεων, θα εξορμούσαν τα κομβόϋ των τηλεοπτικών βαν, θα φορούσαν τα ζεστά σκουφιά τους οι αντίστοιχοι ανταποκριτές και θα έσπευδαν όλοι μαζί στον τόπο του δράματος, με μικρόφωνα σα ματσούκια για να μεταδώσουν –όχι απαραίτητα, βρε αδερφέ, τη διάσωση– την έτσι κι αλλιώς όμως θεαματική είδηση. Και το πανελλήνιο, με κομμένη την ανάσα, μέσα από έκτατα δελτία, «επικίνδυνα» πλάνα και την παλλόμενη φωνή των ανταποκριτών θα πληροφορούνταν κάθε πέντε λεπτά την εξέλιξη των επιχειρήσεων.
Αν 300 μετανάστες απεργοί πείνας χαροπαλεύουν σήμερα μέσα στην καρδιά της Αθήνας –όπου για τη διάσωσή τους περιττεύουν ειδικές δυνάμεις, εθελοντές με αυτοθυσία, θορυβώδη ελικόπτερα, κομβόϋ βαν και ζεστά σκουφιά– τους κυκλώνει η κυνική καταδίκη μιας ανάλγητης πολιτείας, η εκκωφαντική σιωπή μιας κατευθυνόμενης ειδησεογραφίας, η παγερή υποκρισία μιας εκκλησίας και σύμπαντος του ποιμνίου της που ‘αγαπά τον πλησίον του σαν τον εαυτό του’ και προσεύχεται περί σωτηρίας των ψυχών ημών, η εκδικητική προσμονή των περιοικούντων φασιστοειδών, η γελοιότητα μιας υφυπουργού περί «έλλειψης κουλτούρας» και η πρόστυχη δήλωση ενός υπουργού «οι τριακόσιοι είναι μια βόμβα για τη δημόσια υγεία».
Αυτά συμβαίνουν στην Ελλάδα των 10 τουλάχιστον εκατομμυρίων απόδημων Ελλήνων στις τέσσερις γωνιές της γης, όπου –το ξανάπαμε- περιθωριοποιημένοι και αποδιοπομπαίοι, πλύναμε σχεδόν όλα τα άπλυτα πιάτα της αμερικάνικης γαστριμαργίας. Στιγματισμένοι ως υποψήφιοι εγκληματίες, βάψαμε όλες τις κρεμαστές γέφυρες της αμερικάνικης επικράτειας, θρηνώντας εκατοντάδες νεκρούς και ανάπηρους. Χωμένοι σε στρατόπεδα μεταναστών, απολυμάναμε όλους τους δημόσιους απόπατους στη γκαστερμπάϊτερ θητεία μας. Μπουζουριασμένοι στα βάθη της γης, χάσαμε πολύ κόσμο μέσα στα πιτς των βελγικών ορυχείων, από πνευμονοκονίαση ή καταπλάκωση. Ντυθήκαμε απελπισμένες νύφες σε υπερπόντια προξενιά από ρετουσαρισμένες φωτογραφίες. Επιβιώσαμε στο μεγάλο πόλεμο σε στρατόπεδα προσφύγων. Στείλαμε στην Τασκένδη τα παιδιά μας για να γλυτώσουν τον αφανισμό κι όταν επέστρεψαν δεν γνώρισαν πατρίδα. Σουλατσάραμε όλη την Ευρώπη ως εξόριστοι ή γιαλαντζί αντιστασιακοί και συνεχίζουμε –σήμερα με μεγάλη ένταση– να αποχαιρετούμε στα λιμάνια το νέο κύμα της μετανάστευσης, στην πουλημένη πια Ελλάδα του ΔΝΤ.
Και όταν από χώρα φυγής των παιδιών μας, γίναμε και χώρα «υποδοχής» κυνηγημένων και απελπισμένων ανθρώπων που τρέχουν να γλιτώσουν από τη φτώχεια, την πείνα, τον πόλεμο, τις δικτατορίες, τα διάσπαρτα ναρκοπέδια (όλες τις αιτίες που έχωναν εμάς στα αμπάρια του Μεγάλη Ελλάδα και Πατρίς για δεκαετίες, και μας αποβίβαζαν στον υπερπόντιο παράδεισο με αποπνικτικούς ψεκασμούς ψειρόσκονης) δείξαμε τα μούτρα μας και το ανύπαρκτο ιστορικό μας φιλότιμο. Ανεχτήκαμε με μορφασμούς απέχθειας όσους χρειαζόμασταν στις φράουλες της Μανωλάδας με ένα ευρώ μεροκάματο, στην εξαναγκαστική πορνεία με ιθαγενείς νταβαντζήδες, στα υπόγεια χωρίς εξαερισμό ραφτάδικα, στη φτηνή, ανασφάλιστη οικοδομή.
Κι από πίσω ξαμολύσαμε μια ολόκληρη Καμόρα, που ζει και βασιλεύει πουλώντας ελπίδα στους απελπισμένους, ακριβοπληρωμένες αιτήσεις ασύλου, ψεύτικες κάρτες, διασπάθιση πόρων, κάτι κουφές μη κυβερνητικές οργανώσεις που στήνουν συνέδρια σε πολυτελή ξενοδοχεία. Νταβαντζιλίκι και δουλεμπόριο.
Και παραπίσω ξαμολύσαμε τους θεματοφύλακες της φυλετικής καθαρότητας, κάτι αφρίζοντα σκυλιά που συνήθως παρασιτοζωούν μέσα σε μια αρχαιολαγνεία.
Κι επειδή τα περί ιστορικού φιλότιμου μπορεί να μοιάζουν πολύ ηθικολογικά για μια εποχή που κυριαρχεί «το νόμιμον και ηθικόν» της υψηλόβαθμης ρεμούλας και του οργανωμένου εμπαιγμού, να πούμε ότι ποτέ και πουθενά ο μετανάστης δεν ήταν η αιτία διόγκωσης της ανεργίας και της εκμετάλλευσης. Ήταν ο πιο ευάλωτος αποδέκτης της . Σε μια Ελλάδα που ο παραγωγικός ιστός έχει μηδενιστεί, οι κρατικοδίαιτοι βιομήχανοι τα παίρνουν για να τα κάνουν καταθέσεις στην Ελβετία ή επενδύσεις με φτηνό κόστος εκτός συνόρων και ο δημόσιος πλούτος ‘εξυγιαίνεται’ , δηλαδή ξεπουλιέται προκλητικά, ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ.
Κι επειδή ακόμα κι αυτό μπορεί να είναι δυσνόητο στην εποχή του κοινωνικού ευνουχισμού και του πολιτικού αναλφαβητισμού, να πούμε ότι αν οι μετανάστες νομιμοποιούνταν, δεν θα υπήρχε ‘ο αθέμιτος’ τάχα ανταγωνισμός του πάμφθηνου εργατικού κόστους. Όμως γι αυτό φρόντισαν από άλλο δρόμο. Καταργώντας κάθε εργασιακή αξιοπρέπεια, συντρίβοντας κάθε έννοια συλλογικής σύμβασης και σοδομώντας τα στοιχειώδη δικαιώματα ενός αιωνα, ΜΑΣ ΕΚΑΝΑΝ ΟΛΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ.
Επειδή η ζωή των 300 απεργών πείνας βρίσκεται πια σε σοβαρό κίνδυνο, όλοι οι φορείς, σωματεία, σύλλογοι, μαθητικές κοινότητες να σπάσουμε τον κύκλο της σιωπής, πνίγοντας τον κυνισμό και την αναλγησία της πολιτείας σε χιλιάδες διαμαρτυρίες.
Τέλος, σύντροφε, Λοβέρδο, η μόνη νόσος που μπορούν να μας μεταδώσουν οι τριακόσιοι μετανάστες απεργοί πείνας είναι ο αγώνας για αξιοπρέπεια. Απέναντι σ’ αυτή την πιθανή ‘επιδημία’ δεν υπάρχει ούτε εμβόλιο , ούτε ανοσία.
Νίνα Γεωργιάδου

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

ΑΝΕΠΙΔΟΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
Με αφορμή τα 37 χρόνια απ’ το Νοέμβρη του ‘73
Αγαπημένε μου Διομήδη,
δεν έχω καμιά ελπίδα πως το γράμμα μου θα φτάσει σε σένα. Είμαι πια μεγάλο παιδί και το παραμύθι για αναστημένους νεκρούς και επουράνιους παράδεισους είναι από χρόνια καταχωνιασμένο στο σεντούκι της παιδικής μου αφέλειας. Όχι πως έχω πάψει να είμαι αφελής. Δε θέλω να παρεξηγηθώ. Ίσα-ίσα μάλιστα και τώρα που σου γράφω από μιαν αφέλεια κρατιέμαι για να μην καταρρεύσω.
Δεν περιμένω όμως πως θα σε βρει κάπου ο ταχυδρόμος, πολύ περισσότερο στον παράδεισο. Οι παραδεισένιες θέσεις κοστίζουν χρυσάφι και απευθύνονται σ’ αυτούς που τις πληρώνουν μετρητοίς και τις καταχωρίζουν στο Ε9 με τη βοήθεια βατοπεδινών προσευχών. Κι έπειτα όλοι αυτοί οι καλοί και φερέγγυοι αγοραστές του παράδεισου έχουν τόσο ευτραφή καπούλια που πιάνουν πάνω από δυο θέσεις ο καθένας, με εξαίρεση τον Πάγκαλo, που, μαζί με τα 58 ακίνητα του στο μάταιο τούτο κόσμο, για το επέκεινα έχει κατοχυρώσει ολόκληρο τριθέσιο καναπέ στο πάνθεον των υποψήφιων αγγέλων. Το μόνο επουράνιο που έμεινε για όσους πορευόμαστε με δάνεια, είναι το γκρίζο πηκτό σύννεφο πάνω απ’ την Αθήνα, μια μαύρη τρύπα και λίγη χωμάτινη βροχή. Χωρίς να συνυπολογίσει βέβαια κανείς την κόλαση που ζούμε, η οποία όμως δεν είναι επουράνια, είναι απολύτως κατουράνια ή μάλλον εντελώς επίγεια. Φοβάμαι λοιπόν πως κι αυτή η επιστολή μου θα επιστραφεί ως ανεπίδοτη, εκτός αν βρει παραλήπτες όσους κράτησαν την εικόνα σου στη συνωστισμένη, από απώλειες, μνήμη.
Με την ευκαιρία ήθελα να σου πω να μην παρεξηγηθείς αν αυτοί που σε θυμούνται, δεν είναι όσοι θα ‘πρεπε. Σ’ αυτούς τους μεταμοντέρνους καιρούς που δεν πρόλαβες να ζήσεις, μας περνούν όλους τακτικά από το καθαρτήριο της μνήμης για να ξεχάσουμε ελπίδες, ιστορικούς παραλληλισμούς, ποιητές, τους χαμένους φίλους, το πανανθρώπινο όνειρο, το βουητό των δρόμων που σαλεύουν, τη γεύση της άγουρης προσδοκίας και της ώριμης απαίτησης, το σχήμα και τον ήχο του γέλιου, ακόμα και τα ίδια τα παιδιά μας. Η θεραπεία είναι αρκετά αποτελεσματική! Αφού να φανταστείς, όταν βλέπουμε πια κάποιον να γελάει, ξέρουμε πως είναι βαριά αθεράπευτος και επιστρατεύουμε τις μάσκες που μας έμειναν από την πανδημία των χοίρων. Όσες φορές οι αποθεραπευμένοι αισθανόμαστε την ανάγκη του γέλιου, όπως στη διάρκεια της διακαναλικής του, τρόπος του λέγειν, πρωθυπουργού μας ή τώρα στις προεκλογικές ομιλίες των καλλικρατικών, σκάμε στα κλάματα.
Και στη λήθη που αφορά τα παιδιά μας έχουμε πολύ καλά αποτελέσματα. Να σκεφτείς μόνο πως ενώ μια ολόκληρη γενιά –τι λέω εγώ– και την επόμενη και την ακόμα πιο μετά, τις ρίχνουν στα σκουπίδια, εμείς κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Ούτε κι εσύ βέβαια καταλαβαίνεις τι σου λέω γιατί έμεινες στην εποχή που η Ελλάδα αντιμετώπιζε τάχα δημογραφικό πρόβλημα, Ε, λοιπόν σε πληροφορώ ότι και τα λίγα παιδιά που γεννήσαμε πρέπει τώρα να τα πετάξουμε στη χωματερή γιατί κοστίζουν στη σωτηρία της πατρίδας. Η τρόπος του λέγειν κυβέρνησή μας τους δίνει μια ακόμα ευκαιρία μέσα από τη συλλογική σύμβαση των 560 ευρώ, να επιβιώσουν τα 45 παραγωγικά χρόνια του βίου τους.
Τέλος πάντων , μη σε ζαλίζω με εντελώς ευτελή και βαρυστόμαχα πράγματα, που εμείς στο κάτω-κάτω τα έχουμε χωνέψει. Πάντως, κοντά στις άλλες ψευδαισθήσεις που συνεχίζουν να με βασανίζουν, εγώ θα κάνω σαν να πρόκειται να πάρεις στα χέρια σου το γράμμα μου. Μάλιστα είναι σαν να σε βλέπω μπροστά μου, ολοζώντανο. Πριν αρχίσεις να διαβάζεις την παρούσα ασυνάρτητη επιστολή, καθαρίζεις με την άκρη της μπλούζας σου τα μεγάλα γυαλιά σου. Κι ας ξέρω πως έγιναν θρύψαλο όταν έπεσες στην άσφαλτο. Και κοίτα τώρα πόσο ασυνάρτητη έχω πια γίνει, που κλαίω για ένα ζευγάρι σπασμένα γυαλιά.
Δεν ξέρω αν ως εδώ σου έδωσα λίγο να καταλάβεις πώς είναι η ζωή μας σήμερα, τριανταεφτά χρόνια από τότε που ‘φυγες. Έχουμε αλλάξει κι εντελώς τους κώδικες επικοινωνίας. Να, για παράδειγμα, όταν εσύ φώναζες ΨΩΜΙ-ΠΑΙΔΕΙΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, με το ψωμί τι εννοούσες ακριβώς; Υποθέτω, να μην υπάρχουν άνθρωποι που το στερούνται. Ε, με χαρά σε πληροφορώ πως ένας στους έντεκα Έλληνες δικαιούται τουλάχιστον δύο φέτες ψωμί στα δημόσια συσσίτια, τρεις στους έντεκα το ζυμώνουν μόνοι τους γιατί έρχεται φτηνότερα, τέσσερεις στους έντεκα μπορούν ακόμα και αγοράζουν φρατζόλες διατίμησης, και δύο στους έντεκα δεν το τρώνε γιατί παχαίνει. Πιθανόν να σου προξενεί εντύπωση η ποσόστοση με βάση το έντεκα και η απουσία από το συνολικό άθροισμα του ενός. Αυτός ο ένας είναι μετανάστης, πρόσφυγας μπορεί και γύφτος, με λίγα λόγια ένας από αυτούς τους λαθρόβιους που μοιάζει σαν να το κάνουν επίτηδες να είναι κυνηγημένοι από τον πόλεμο ή τη φτώχεια, μόνο και μόνο για να σπάνε τα νεύρα του Άδωνη. Και γι αυτούς όμως μετά το ξύλο, τις διαπομπεύσεις, τον εξευτελισμό πάντα βρίσκονται λίγα φιλεύσπλαχνα ψίχουλα στη χώρα που γέννησε τον ξένιο Ζευ. Άρα, αγαπημένε μου Διομήδη, ως προς το ψωμί, ο αγώνας σου δικαιώθηκε.
Στο σκέλος της παιδείας τα πράγματα είναι ακόμη καλύτερα. Τώρα, ως και τα εξάχρονα έχουν τουλάχιστον δέκα ώρες παιδεία στα ολοήμερα ιδρύματα και αν συνυπολογίσει κανείς και τις ώρες μελέτης στο σπίτι, υπερβαίνουν τις δώδεκα. Έτσι, θα είναι έγκαιρα και απολύτως προσαρμοσμένα στο μετέπειτα δωδεκάωρο εργασιακό τους ωράριο. Τα μεγαλύτερα ξεπερνούν, όπως είναι φυσικό, τις δώδεκα ώρες σε άθροισμα παιδείας-παραπαιδείας, πράγμα λογικό και απαραίτητο στην εποχή της έκρηξης της γνώσης. Βέβαια αυτή η έκρηξη αποβαίνει πολλές φορές μοιραία. Οι δυσπροσάρμοστοι έφηβοί πάσχουν μαζικά από κατάθλιψη, ενώ τα εξάχρονα αποκτούν πρόωρα τικ παρότι προέβλεψαν γι αυτά την ηλεκτρονική αλάνα. Η οπωσδήποτε σοσιαλιστική και τρόπος του λέγειν κυβέρνησή μας έχει μάλιστα καθιερώσει τη δια βίου μάθηση κι έχει ενισχυθεί, έτσι, η επιχειρηματικότητα. Είναι τόσο συγκινητικό να βλέπεις να τονώνεται η αγορά, να ανοίγουν νέα μαγαζιά εμπορίας γνώσεων, σε ποικίλες συσκευασίες (one size, transsexual, μιας χρήσης, για μεγάλα μεγέθη κλπ) διαψεύδοντας πανηγυρικά όσους αθεράπευτα αντικαθεστωτικούς μιλάνε για πανδημία λουκέτων. Αν τώρα σε όλα αυτά προσθέσει κανείς την ευρύτερη παιδεία που προσλαμβάνει μέσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες ο πολίτης κάθε ηλικίας, από το τρυφερό βρέφος ως τον ώριμο ανασφαλή του ΙΚΑ, έχουμε ένα πλέγμα παιδείας από το οποίο δύσκολα ξεφεύγει κανείς. Άρα, αγαπημένε μου Διομήδη, ως προς το σκέλος πεδία, όχι παιδοία, συγνώμη πεδύα, τέλος πάντων παιδεία ήθελα να πω, δεν θα είχες σήμερα κανένα απολύτως παράπονο.
Στο τελευταίο μέρος του τρίπτυχου αιτήματος –την ελευθερία– η δικαίωση ξεπερνά κάθε φαντασία. Φτάνει να σου πω ότι δεν υπάρχει πια υπουργείο δημόσιας τάξης! Ναι, ναι, ξέρω ότι δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις, παρ’ όλα αυτά είναι μια πραγματικότητα. Περιττεύει στις σημερινές συνθήκες ώριμης στάσης του πολίτη το υπουργείο που είχε ταυτιστεί με τη δίωξη του φρονήματος, τη λογοκρισία, το σάπισμα στο ξύλο κλπ κλπ. Τώρα έχουμε υπουργείο προστασίας του πολίτη! Μόνο αυτό σου λέω: όταν κάποιος παραμένει ασυγχώρητα ανώριμος, πέφτει μόνος του πάνω στις ζαρντινιέρες και μωλωπίζεται μέχρι να αισθανθεί ότι ωρίμασε. Δεν είναι συγκλονιστικό; Ένας σοφός συνδυασμός της πράσινης ανάπτυξης και της ωρίμανσης του πολίτη. Βέβαια η ζαρντινιέρα μετά γίνεται μια αηδία, αλλά όλα έχουν ένα κόστος. Όχι, χαρακίρι ακόμα δεν κάνουμε, φαντάζομαι όμως πως είναι θέμα χρόνου. Σε κάποιες (ευτυχώς σπάνιες) ακραίες περιπτώσεις, οι θεματοφύλακες της δημοκρατίας ψεκάζουν τους απείθαρχους με παρασιτοκτόνα, όπως έκανε η μάνα σου με την τριανταφυλλιά που είχε στο δίμετρο μπαλκόνι και που τελικά μαράθηκε γιατί δεν είχε πια κουράγιο ούτε να την ποτίσει από τότε που ‘φυγες. Α, να μην το ξεχάσω! Θυμάσαι την ταλαιπωρία για μια φωτογραφία ταυτότητας στην εποχή σου της ισχνής τεχνολογίας; Ε λοιπόν άκου. Κάθε δέκα μέτρα τώρα μια υπερσύγχρονη κάμερα σου τραβάει δέκα φωτό το δευτερόλεπτο. Αυτό είναι λίγο αγχωτικό βέβαια. Πρέπει να προσέχεις συνέχεια την πόζα σου γιατί δεν είναι και ωραίο να βγαίνεις στην αναμνηστική σαν παρασάνταλο. Εγώ πάντως προσέχω. Περπατώ συνέχεια στητή, μ’ ένα ελαφρά αινιγματικό και συνάμα αδιόρατα σεξουαλικό χαμόγελο γιατί είναι η πόζα που μου πάει. Πάντα βέβαια υπάρχουν και οι κομπλεξικοί που επικρίνουν το μέτρο. Υποθέτω βάσιμα γιατί τους λείπει η φωτογένεια. Και επιπλέον. Τώρα, με την ανάπτυξη της κινητής τηλεφωνίας και του ΓΟΤΕ (Γερμανικός Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας) ναι, ναι του πάλαι ποτέ ΟΤΕ, το καθεστώς μάς έχει εφοδιάσει με εύκολης απομνημόνευσης τετραψήφια νούμερα στα οποία μπορεί ο υπεύθυνος πολίτης να αναφέρει όσους καπνίζουν, όσους γελάνε, όσους ελπίζουν. Διαβάζοντάς το, φαντάζομαι πόσο παλιομοδίτικη θα σου φανεί και σένα η μαύρη κουκούλα.
Αν όλα αυτά δεν αποδώσουν, τους -ευτυχώς ολοένα και λιγότερους- ταραξίες, το υπουργείο προστασίας του πολίτη τους παραπέμπει στο λαϊκό δικαστήριο των τηλεπαράθυρων, όπου εκεί πια διαπομπεύονται ολοκληρωτικά από τους ξεφωνημένα αντικειμενικούς δημοσιογράφους που τώρα ασκούν και το λειτούργημα των διαφωτιστών της νέας εποχής, σε συνεργασία βέβαια πάντα με τους πολιτικούς λειτουργούς. Ειδικά όσοι έχουν την τύχη να τους παραλάβει για διαφώτιση ο Καψής με την ευθύβολη κριτική του ή ο Πάγκαλος – μ’ εκείνη τη γουργουριστή από το υγροποιημένο λίπος φωνή του – τους σιχαίνεται και η μάνα τους. Τόσο ανώφελους και επιζήμιους τους παραδίδει η επιχειρηματολογία τους στην ώριμη κοινή γνώμη.
Η κατάκτηση της ελευθερίας είναι πλέον τόσο εμπεδωμένη ώστε -θα σου το πω και μη σκάσεις κι εσύ στα κλάματα- στη φετινή πορεία του πολυτεχνείου μπροστάρης θα είναι, ως παλαίμαχος της εξέγερσης, ο ίδιος ο υπουργός του υπουργείου προστασίας του πολίτη, μαζί με τον Ανδρουλάκη που η κατεύθυνση του λυκοπιάσματός του τον βοηθά να ατενίζει πάντα μπροστά, με αισιοδοξία προς το μέλλον, καθώς και μια τιμητική φρουρά τουλάχιστον δέκα χιλιάδων ένστολων. Δυστυχώς, σύμφωνα με βάσιμες αν και ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, στην πορεία δε θα συμμετάσχει ο τρόπος του λέγειν πρωθυπουργός της τρόπος του λέγειν χώρας γιατί είναι κουρασμένος από το μαραθώνιο στον οποίο τον χτύπησαν τα καινούρια πορτοκαλί σκαρπίνια.
Με δικαιωμένο λοιπόν συνολικά το κύριο σύνθημα της εξέγερσής του Νοέμβρη, πιστεύω αγαπημένε μου Διομήδη, να αισθάνεσαι κι εσύ δικαιωμένος. Έτσι αισθάνθηκαν και κάποιοι από τους συμμετέχοντες στην ‘αυλή του φθινοπώρου’ και δικαιολογημένα εξαγόρασαν το αίμα μιας ολόκληρης γενιάς με μια θέση ευρωπαϊκού επιτρόπου, υπουργού, βουλευτή, γενικού γραμματέα και ούτω καθεξής. Γι αυτό σου εξήγησα πώς έχει σήμερα η κατάσταση, για να μη βιαστείς να τους χαρακτηρίσεις ενεχυροδανειστές της ιστορίας ή παραχαράκτες ή πουλημένους ή γιαλαντζί επαναστάτες. Ίσα-ίσα μάλιστα που και σήμερα δίνουν έναν αγώνα για τη σωτηρία της πατρίδας, η οποία παρέλειψα να σου πω ότι περνά δυσκολούτσικες ώρες. Στο λέω έτσι χαϊδευτικά για να μη σε τρομάξω. Όχι τίποτα φοβερό, όχι. Μη βάζεις κακό με του νου σου. Απλώς έχουμε χρεοκοπήσει, ξαναγίναμε αποικία του κερατά, μετά τους Αμερικάνους οι Γερμανοί ξανάρχονται, οι μισθωτοί γίνανε σκλάβοι, οι μεροκαματιάρηδες κατατάσσονται στο μεγάλο στρατό της ανεργίας, οι συντάξεις εξαερώνονται, στα νοσοκομεία χειρουργούν χωρίς αναισθητικό, οι δανειολήπτες αυτοκτονούν, τα παιδιά μας τα ρίχνουμε στη χωματερή (αυτό στο είπα ήδη), οι γέροι ψάχνουν για παράταιρα παπούτσια και σάπια λάχανα στα σκουπίδια, η χώρα μοιράζεται σε δεκατρία καντόνια ή πασαδιλίκια ή σατραπείες ή περιφέρειες, ο δημόσιος πλούτος έχει ξεπουληθεί και όσος απέμεινε είναι στις μικρές αγγελίες της χρυσής ευκαιρίας, ο Γιωργάκης μας απειλεί με εκλογές, πέντε μέτρα πιο κάτω απ’ το πολυτεχνείο οι χρυσαυγίτες γίναν δημοτικοί σύμβουλοι, όλοι είμαστε πολύ χαρούμενοι και ανεβασμένοι και σκάμε από τα κλάματα κι εγώ παράλληλα φροντίζω να κρατώ αυτό το ελαφρά αινιγματικό και συνάμα αδιόρατα σεξουαλικό χαμόγελο μου.
Αγαπημένε μου Διομήδη,
σου έγραψα αυτό το γράμμα πριν ολοκληρωθεί η θεραπεία μου στο καθαρτήριο της μνήμης και σε ξεχάσω εντελώς. Συγχώρεσέ μου τους δυσνόητους νεολογισμούς αλλά πρέπει να ξεφύγω από την ξύλινη γλώσσα, πρέπει να συμβαδίσω με την εποχή μου. Με πολύ κόπο, νομίζω ότι το έχω καταφέρει. Σου περιέγραψα με αδρές γραμμές τη χώρα που θα ζούσες αν δεν βιαζόσουν τόσο να φύγεις, χωρίς να αναφέρω ούτε μια φορά τη λέξη ιμπεριαλισμός, εκμετάλλευση, πλουτοκρατία. Δεν είπα καν μια φορά τη λέξη μαλακία. Πώς θα μπορούσα άλλωστε αφού η ζωή μας σήμερα δεν έχει πια σχέση με όλ’ αυτά.
Φίλα μου τον Ιάκωβο, τη Σταματίνα, το Νίκο, το Μιχάλη, τον Αλέξη και όσους έφυγαν πρόωρα από εξοστρακισμό, εκπυρσοκρότηση ή σιδηρολοστό. Πες το σε όλους να χαρούν, πως ο αγώνας επιτέλους δικαιώθηκε.
Δεν θα σου στείλω το γράμμα με κούριερ γιατί φοβάμαι μην το απενεργοποιήσουν. Θα το βάλω σ’ ένα μπουκάλι και θα το αφήσω να αρμενίζει στη ρυπαρή θάλασσα, ελπίζοντας πως με τόσα εκατομμύρια ναυαγούς, κάποιος θα το βρει και θα στο επιδώσει.
Νίνα Γεωργιάδου
16 Νοέμβρη 2010

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

Αφιερωμένο στα μπουντρούμια της "γνώσης", στα παιδοφυλακτήρια, στα θλιβερά κάτεργα διαιώνισης της μεσαιωνικής πνευματικής πανούκλας, που αυτό τον καιρό ξεσκονίζονται...