Αρνήσου, αρνήσου -όχι να ξεχαστείς και να ξεχάσειςτο δέντρο, το πουλί, το γαλάζιο- αμαρτία, αμαρτία.
Πώς μπορείτε να κοιμάστε;
Εσείς ο ίδιος ο έρωτας -κι ο έρωτας αμαρτία-
Ελένη, Μάρω, Ηλέκτρα, Δήμητρα, παιδιά μας, παιδιά μας
πόσες γενιές παιδιά μας, σε αδιαίρετο χρόνο, χωρίς χρόνο
στα στάχυα και στα σύρματα, στη γραφομηχανή, στον τηλεβόα
έρωτές μας, παιδιά μας, σκοτωμένα παιδιά μας, έρωτές μας.
Για τίποτ’ άλλο να μην έχουμε μάτια, παρά μόνο για σάς. Τίποτ’ άλλο.
Ω, ανήμπορο ποίημα, ανήμπορο, ανήμπορο, ατελέσφορο
επάνω από δυο στίχους σταυρωμένους σταυρώνω τα χέρια και σωπαίνω.
Βράχος, το μέγα κόκκινο δεύτερη πόρτα, πέμπτη πόρτα κ’ η δωδέκατη κλεισμένη
χτύπημα της γροθιάς στον τοίχο, χτύπημα της πέτρας στην πέτρα
-μ’ ακούς; Άκουσε με. Εγώ σ’ ακούω-
δυο σιωπές κάνουν μια φωνή κ’ ένα μεγάλο τεντωμένο χέρι.
Γιάννης Ρίτσος – «Ημερολόγιο μιας βδομάδας»