Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Schopenhauer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Schopenhauer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Ο συγγραφέας που γράφει επιτηδευμένα είναι σαν κάποιον που μασκαρεύεται για να μην τον μπερδέψουν ή τον συσχετίσουν με τον όχλο, κίνδυνο που δεν διατρέχει ποτέ ένας αληθινός κύριος, όσο κακοντυμένος κι αν είναι. Όπως το εξεζητημένο ντύσιμο προδίδει έναν άνθρωπο ακαλλιέργητο, έτσι και το επιτηδευμένο ύφος προδίδει μια αδιάφορη σκέψη.
Arthur Schopenhauer

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Το κράτος θα έπρεπε να λάβει σοβαρά μέτρα προκειμένου οι εφημερίδες να μη βρίθουν από γλωσσικά λάθη. Θα έπρεπε να έχει οριστεί μόνιμα ένας λογοκριτής ο οποίος αντί για μισθό θα έπαιρνε μια χρυσή λίρα για κάθε κατακρεουργημένη ή υφολογικά απαράδεκτη λέξη, για κάθε γραμματικό ή συντακτικό λάθος ή για κάθε ανορθόδοξη χρήση κάποιας πρόθεσης που θα ανακάλυπτε στις σελίδες τους. Η αμοιβή δε για κάθε περίπτωση άκρατης και θρασείας γελοιοποίησης του ύφους και της γραμματικής, θα ήταν τρεις χρυσές λίρες, τα διπλάσια για κάθε επανάληψη και το ποσό αυτό θα καλυπτόταν από τους ίδιους τους αυτουργούς. Ή μήπως η γλώσσα είναι το παιχνιδάκι στα χέρια κάθε τυχάρπαστου, κάτι ασήμαντο που δεν αξίζει την παραμικρή προστασία από τον νόμο, τη στιγμή που έχουμε νόμους ακόμη και για την προστασία ενός σωρού κοπριάς; Άθλιοι Φιλισταίοι! Τι θα απογίνει η γλώσσα αν κάθε γραφιάς και κάθε δημοσιογράφος μπορεί άνευ όρων να την κάνει ό,τι του καπνίσει, ανάλογα με τα καπρίτσια και την κουταμάρα του;
Arthur Schopenhauer

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Οι απλοί άνθρωποι σέβονται βαθιά τους κάθε είδους επαγγελματίες. Δεν ξέρουν ότι όταν κάποιος μετατρέπει μια δραστηριότητα σε επάγγελμα δεν το κάνει επειδή αγαπάει τη δραστηριότητα, αλλά επειδή αγαπάει το χρήμα που κερδίζει από αυτή. Ή ότι είναι σπάνιο για κάποιον που διδάσκει ένα αντικείμενο να το κατέχει στην εντέλεια, κι αυτό γιατί όποιος μελετάει σε βάθος ένα αντικείμενο δεν έχει χρόνο να το διδάξει. Μόνο ο vulgus (όχλος) τρέφει μεγάλο σεβασμό για τις αυθεντίες.
Arthur Schopenhauer

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Η αντικειμενική αλήθεια ενός συλλογισμού και η αποδοχή της από τους φιλονικούντες και τους ακροατές είναι δύο πράγματα διαφορετικά. Γιατί συμβαίνει αυτό; Εξαιτίας της φυσικής κακίας του ανθρώπινου είδους. Αν δεν ήταν έτσι, θα ήμασταν απολύτως έντιμοι και σε κάθε αντιπαράθεση το μόνο που θα μας ενδιέφερε θα ήταν να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Θα αδιαφορούσαμε παντελώς για το αν η αλήθεια συμφωνεί με την άποψη που εκφράσαμε εμείς αρχικά ή με την άποψη του αντιπάλου μας. Αυτό θα ήταν ένα εντελώς ασήμαντο ζήτημα ή τουλάχιστον εντελώς δευτερεύουσας σημασίας. Τώρα όμως είναι ζήτημα πρωταρχικό. Η έμφυτη ματαιοδοξία μας που ενοχλείται ιδιαίτερα όταν θίγεται η διανοητική μας ικανότητα, δεν μπορεί να δεχτεί ότι η δική μας αρχική θέση είναι εσφαλμένη ενώ εκείνη του αντιπάλου μας ορθή. Αν δεν είχαν έτσι τα πράγματα, όλοι μας θα πασχίζαμε απλώς να χρησιμοποιήσουμε σωστά την κρίση μας, και τότε πρώτα θα σκεφτόμασταν και μετά θα μιλάγαμε. Στους περισσότερους ανθρώπους όμως η έμφυτη ματαιοδοξία συμπορεύεται με τη φλυαρία και την έμφυτη ανεντιμότητα. Οι άνθρωποι πρώτα μιλούν και μετά σκέφτονται, κι αν εκ των υστέρων αντιληφθούν ότι ο ισχυρισμός τους είναι λαθεμένος κι ότι έχουν άδικο, αυτό που τους απασχολεί είναι να φανεί πως συμβαίνει το αντίστροφο. Το ενδιαφέρον για την αλήθεια που συνήθως είναι το μόνο κίνητρο για να αναδειχθεί η υποτιθέμενη αληθής άποψη, παραχωρεί πλέον τη θέση του στην ματαιοδοξία: το αληθές πρέπει να παρουσιαστεί ως ψευδές και το ψευδές ως αληθές.
Αυτός που αντιπαρατίθεται, κατά κανόνα δεν αγωνίζεται για την αλήθεια αλλά για την άποψή του.
Από τους εκατό αντιπάλους μόνο ο ένας είναι άξιος να συζητήσουμε μαζί του. Τους υπόλοιπους τους αφήνουμε να λένε ό,τι θέλουν, γιατί desipere est juris gentium (η ανοησία είναι ανθρώπινο δικαίωμα).
Arthur Schopenhauer – «Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο»

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Δεν υπάρχει γνώμη, όσο παράλογη κι αν είναι, που να μην την αγκαλιάσουν αμέσως οι άνθρωποι μόλις πεισθούν ότι είναι γενικά αποδεκτή. Το παράδειγμα επενεργεί στις σκέψεις όπως και στις πράξεις τους. Είναι σαν τα πρόβατα που ακολουθούν το προπορευόμενο με το κουδούνι, όπου κι αν τους οδηγήσει. Είναι γι’ αυτά ευκολότερο να πεθάνουν παρά να σκεφτούν. Είναι περίεργο το πόσο μεγάλη επίδραση μπορεί να έχει η γενική αποδοχή μιας γνώμης στους ανθρώπους, παρόλο που η προσωπική τους εμπειρία μπορεί να τους προειδοποιεί ότι η αποδοχή της είναι μια ανόητη και καθαρά μιμητική διαδικασία. Όμως αυτή η προειδοποίηση δεν γίνεται ποτέ, κυρίως γιατί τους λείπει η οποιαδήποτε αυτογνωσία.
Αυτό που ονομάζουν κοινή γνώμη δεν είναι παρά η γνώμη δύο ή τριών προσώπων. Και θα πεισθούμε γι’ αυτό αν παρακολουθήσουμε τον τρόπο με τον οποίο προέκυψε μια τέτοια γενικά αποδεκτή γνώμη. Θα ανακαλύψουμε μόνο δύο ή τρία άτομα αποδέχτηκαν στην αρχή ή προώθησαν και διατήρησαν αυτή τη γνώμη. Κι ότι ο υπόλοιπος κόσμος τους έκανε τη χάρη να πιστέψει ότι την είχαν εξετάσει απ’ όλες τις πλευρές. Η οκνηρία τους έκανε να θεωρήσουν ότι ήταν καλύτερο να πιστέψουν αμέσως, παρά να μπουν στον κόπο να ερευνήσουν το ζήτημα μόνοι τους.
Αυτό που απεχθάνονται στους ανθρώπους που σκέφτονται διαφορετικά δεν είναι τόσο οι διαφορετικές γνώμες που εκφράζουν, όσο το θράσος τους να θέλουν να σχηματίσουν τις δικές τους απόψεις. Κάτι που οι ίδιοι ποτέ δεν κάνουν, έχοντας απόλυτη συναίσθηση της αδυναμίας τους. Unusquisque mavult credere quam judicare (οι άνθρωποι προτιμούν να πιστεύουν παρά να κρίνουν). Ελάχιστοι είναι αυτοί που έχουν την ικανότητα να σκέφτονται, γνώμες όμως θέλουν να έχουν όλοι. Και η εύκολη λύση είναι αυτές τις γνώμες να μην τις δημιουργούν οι ίδιοι, αλλά να τις παίρνουν έτοιμες από άλλους. Κι αφού έτσι έχουν τα πράγματα, ποια αξία μπορεί να έχει η γνώμη ακόμη και εκατό εκατομμυρίων ανθρώπων;
Ο όχλος έχει πολλές ανοησίες στο κεφάλι του και είναι πρακτικά αδύνατο να αντιμετωπιστούν.
Arthur Schopenhauer – «Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο»