Σάββατο 7 Απριλίου 2012

Διάλογος μ’ έναν πεσόντα
Δεν προσέβαλαν τη μνήμη του συνταξιούχου που αυτοκτόνησε στην πλατεία Συντάγματος μόνο οι αστοί πολιτικοί με τις προκλητικές υποκριτικές τους δηλώσεις. Την προσέβαλαν και όλοι/ες εκείνοι/ες που πήγαν στο σύνταγμα με κεράκια, λουλουδάκια και δακρύβρεχτα σημειωματάκια, σε μια θλιβερή προσπάθεια επανάληψης του φαινόμενου των «αγανακτισμένων». Ο άνθρωπος άφησε ένα σημείωμα στο οποίο μιλούσε για δυναμικές αντιδράσεις και Καλάσνικοφ, όχι για κεράκια και λιτανείες, τα οποία αγκάλιασαν αμέσως οι χειραγωγοί των ΜΜΕ και τα έκαναν σημαία τους.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην περίπτωση του 77χρονου Δημήτρη Χριστούλα δεν έχουμε έναν «τραγικό αυτόχειρα», αλλά έναν πεσόντα στον μακρύ αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση. Και οι πεσόντες σ’ αυτόν τον αγώνα είναι όλοι τους θύματα του απάνθρωπου καπιταλιστικού συστήματος. Και βέβαια, δεν περιμέναμε ντροπή, φιλότιμο και τσίπα από τους κυβερνώντες και απ’ εκείνους που φιλοδοξούν να τους διαδεχτούν στη διαχείριση της εξουσίας. Αναμενόμενες ήταν οι δηλώσεις όλων τους, εκτός από εκείνους που δεν μπόρεσαν να δείξουν την ευλυγισία που δείχνουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι αστοί πολιτικοί και έβγαλαν όλο το μίσος τους, προκαλώντας οργή. Είναι αυτοί, όμως, που με τον κυνισμό τους μας έδωσαν το μέτρο της υποκρισίας όλων των υπόλοιπων. Δεν περιμέναμε ντροπή, φιλότιμο και τσίπα ούτε από τους «επώνυμους αγανακτισμένους» που έσπευσαν να καπηλευτούν το γεγονός, εντάσσοντάς το στην προεκλογική τους καμπάνια. Δεν περιμέναμε να σεβαστούν τη θέληση του πεσόντα, που δεν έγραψε λέξη για εκλογές στο σημείωμά του, αλλά μόνο έναν ύμνο στον ένοπλο αγώνα.
Με το συγκλονιστικό τελευταίο σημείωμά του, ο Δημήτρης Χριστούλας δεν κατήγγειλε μόνο τους φορείς του δωσιλογισμού. Άσκησε ταυτόχρονα μια δριμύτατη κριτική στην αναποτελεσματικότητα όλων των αντιδράσεων που έχουν αναπτυχθεί τα δυο τελευταία χρόνια, στις οποίες –όπως δήλωσαν άνθρωποι που τον γνώριζαν– συμμετείχε και ο ίδιος. Αν υπάρχει μια απόγνωση στη σύντομη πολιτική διαθήκη του, αυτή δεν προέρχεται τόσο από τον καπιταλισμό και την πολιτική εξουσία όσο από την αναποτελεσματικότητα της αντίστασης σ’ αυτή τη λαίλαπα. Τα αδιέξοδα των κινημάτων τύπου «αγανακτισμένων», «δεν πληρώνω» κτλ. ξεπηδούν ανάγλυφα μέσα απ’ αυτό το σύντομο σημείωμα: «Επειδή έχω μια ηλικία που δεν μου δίνει την ατομική δυνατότητα δυναμικής αντίδρασης (χωρίς βέβαια να αποκλείω αν ένας Έλληνας έπαιρνε το καλάσνικωφ ο δεύτερος θα ήμουν εγώ) δεν βρίσκω άλλη λύση από ένα αξιοπρεπές τέλος πριν αρχίσω να ψάχνω στα σκουπίδια για την διατροφή μου. Πιστεύω πως οι νέοι χωρίς μέλλον, κάποια μέρα θα πάρουν τα όπλα και στην πλατεία συντάγματος θα κρεμάσουν ανάποδα τους εθνικούς προδότες όπως έκαναν το 1945 οι Ιταλοί στον Μουσολίνι (πιάτσα Λορέτο του Μιλάνου)».
Λόγια σταράτα, λόγια σαφή. Κόλαφος για το δωσιλογισμό, κόλαφος για τις χειραγωγήσιμες και χειραγωγούμενες «αντιστάσεις», πολιτική και κοινωνική νομιμοποίηση του ένοπλου αγώνα, ακόμα και στη μειοψηφική μορφή του. Μπορεί να συμφωνείς ή να διαφωνείς, εν όλω ή εν μέρει, με τις απόψεις του, όμως αυτές είναι, είναι σαφέστατα διατυπωμένες και οφείλεις να τις σεβαστές, όχι να προσπαθείς να τις διαστρέψεις. Κι όμως, το περιεχόμενου του σημειώματος, της πολιτικής διαθήκης που ο Δ. Χριστούλας σφράγισε με το ίδιο του το αίμα, δεν συζητήθηκε, ούτε από τους κυρίαρχους ούτε από τη μεγάλη πλειοψηφία εκείνων που έσπευσαν να τον «τιμήσουν». Και δεν συζητήθηκε για ευνόητους λόγους. Γιατί κανένας τους δεν ενστερνίζεται την ουσία της πολιτικής διαθήκης του 77χρονου συνταξιούχου φαρμακοποιού. Όλοι είναι απασχολημένοι με την προεκλογική κερδοσκοπία, γι’ αυτό και προσπάθησαν ν’ αφομοιώσουν και την αυτοκτονία-κραυγή του 77χρονου, κερδοσκοπώντας και μ’ αυτή σαν κοινοί απατεώνες. Γιατί τι σχέση μπορεί να έχουν οι αναφορές σε δυναμικές αντιστάσεις, Καλάσνικοφ και ένοπλες εξεγέρσεις μ’ αυτούς που σπεύδουν να καταδικάσουν κάθε δυναμική αντίσταση, μ’ αυτούς που κάνουν πλάτες στην αστική εξουσία όταν εξοντώνει στα έκτακτα στρατοδικεία της αγωνιστές οργανώσεων που χρησιμοποιούν ένοπλες μορφές αγώνα; Και για να μιλήσουμε με ονόματα, τι σχέση έχουν ο ΣΥΡΙΖΑ, ο Περισσός, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η ΔΗΜΑΡ και οι αποδέλοιποι μ’ αυτό που κατέλιπε ως πολιτική διαθήκη ο Δ. Χριστούλας;
Όσο για μας, δεν έχουμε κανένα πρόβλημα ν’ ανοίξουμε «διάλογο» με τον πεσόντα, με απόλυτο σεβασμό στη μνήμη του. Να πούμε πως το κάλεσμά του είναι λειψό. Γιατί περιλαμβάνει μεν την προοπτική του ένοπλου αγώνα, όμως δεν περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να ‘ναι ο ένοπλος αγώνας όχι «μια μορφή αγώνα», αλλά η κορυφαία μορφή αγώνα, η ένοπλη εξέγερση μέσω της οποίας θα πραγματοποιηθεί η έφοδος στους ουρανούς. Για να μην αδικήσουμε το μήνυμα που μας άφησε, οφείλουμε να σημειώσουμε πως και ο ίδιος μιλά για «κάποια μέρα», την οποία δεν μπορεί να προσδιορίσει. Χρέος μας είναι όχι να ορίσουμε αυτή τη μέρα, σαν προφήτες κάποιας αίρεσης, αλλά να διατυπώσουμε τους όρους υπό τους οποίους μπορούμε να φτάσουμε σ’ αυτή τη μέρα που η εργαζόμενη κοινωνία θα καθαρίσει ριζικά τους λογαριασμούς της με το σύστημα της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης.
Ένοπλη εξέγερση μπορεί να προκύψει και αυθόρμητα, στο πλαίσιο μιας βαθιάς κοινωνικής αναταραχής με διάρκεια. Για να έχει, όμως, η ένοπλη εξέγερση προοπτική νίκης προαπαιτούμενο είναι η αλλαγή της κοινωνικής συνείδησης, η ταξική οργάνωση, η συγκρότηση του επαναστατικού επιτελείου. Αυτό δεν το αναφέρει ο Δ. Χριστούλας στην πολιτική του διαθήκη κι είναι νομίζουμε αυτό που πρέπει να συμπληρωθεί, για ν’ αποκτήσει η θυσία του το χαρακτήρα ενός επαναστατικού μηνύματος με προοπτική, που κανένας χειραγωγός δε θα μπορεί να διαστρέψει.
εφημερίδα «Κόντρα»

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012



Άκου ρε γιε της καλογριάς
ο φίλος σου είμαι ο Πανουργιάς
και το δεξί σου χέρι
κι εκείνος που καλύτερα
απ' ολουνούς σε ξέρει.
Λένε πως παίζεις με χανουμάκια
με τουρκοπούλες και καλογριές
και σ' αραδιάζουνε βρισιές.
Πως μπαινοβγαίνεις στους μαχαλάδες
με ντερβισάδες στήνεις χορό
και με ρωτάν και τι να πω;
Λένε πως έχεις αλισβερίσι
μ' Αλή Πασάδες κάνεις χωριό
και σε ρωτάω τι να τους πω.

Πες τους ρε φίλε Πανουργιά
(ορέ) έχω εις στον πούτσον μου βιολιά
έχω και τουμπερλέκια
κι όπως γουστάρω τα βαρώ
και σπάω τα ζεμπερέκια.
Όταν γυρίσω θα τους γαμήσω
και αν αργήσω δώσ' τους κι αυτό
είναι τ' αρχίδια μου τα δυο.
Όπως στα λέω να τους τα γράψεις
όπως στα λέω να τους τα πεις
Καραϊσκάκης σεβνταλής
Καραϊσκάκης μπεσαλής.

Καραϊσκάκης γεια χαρά
γεια σου ρε γέρο του Μοριά
και γεια που σ' αγαπάνε.
Γεια τους που δε λυγίζουνε
και που δεν προσκυνάνε.

Λένε για μένα τα καρακόλια
άκου τι λένε να μη γαμεί
μίλα κι εσύ ρε Θοδωρή.
Όπως τα λέμε να τους τα γράψεις
όπως τα λέμε να τους τα πεις
Καραϊσκάκης, Θοδωρής.
Όπως τα λέμε να τους τα γράψεις
όπως τα λέμε να τους τα πεις
Κολοκοτρώνης και Γιωργής
Καραϊσκάκης, Θοδωρής.
Γεια σου ρε Ανδρούτσο, γεια χαρά
γεια σας παιδιά μου αητόπουλα
που 'χετε αητό πατέρα
κι όποιος δε με κατάλαβε
τότε ας μας κάνει αέρα.
Όπως τα λέμε να τους τα γράψεις
όπως τα λέμε να τους τα πεις
Ανδρούτσος, Γιώργης, Θοδωρής.
Έτσι μου είπαν να σας τα γράψω
έτσι μου είπαν λόγω τιμής
Ανδρούτσος, Γιώργης, Θοδωρής.
Έτσι μου είπαν να σας τα γράψω
έτσι μου είπαν λόγω τιμής
μαζί τους είμαστε κι εμείς
μαζί σας είμαστε κι εμείς.

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Είσαι άντρας. Όμως ο ίδιος πάντα μένω
τα χρόνια που περάσανε με άφησαν
παράξενο παιδάκι γερασμένο.
Και δεν ποθώ πια τίποτε αδελφέ μου
τα ονείρατα στα χέρια μου εσκορπίσαν
και τα 'δωκα, ροδόφυλλα του ανέμου.
Ω, πότε θα μπορέσεις να ξεχάσεις
τις έγνοιες της ζωής που σ' εκερδίσαν
να 'ρθεις από 'κει πέρα, να περάσεις
τριγύρω μου το χέρι και σκυμμένος
ν' ακούσεις όσα πάθη εγονατίσαν
αυτόν που τόσο σου 'ναι αγαπημένος;
Καλέ μου, σιγανά θα σου μιλούσα,
θα σου 'λεγα πως όλοι μ' εμισήσαν,
πως ρεύοντας το δρόμο μου ετραβούσα
διωγμένος κάθε μέρα απ' τους ανθρώπους,
μη ξέροντας ποιοι τόποι μ' εκρατήσαν,
μη ξέροντας σε ποιους πηγαίνω τόπους.
Κι ως είσαι λατρεμένος αδελφός μου,
τα μάτια σου κοιτώντας που εδακρύσαν,
θα ξεχνούσα τα βάσανα του κόσμου,
και βλέποντας μακριά, κατά τη δύση,
τα συννεφάκια που θαμπά εχρυσίασαν
φιλώντας ιλαρά το κυπαρίσσι,
για μια μικρήν ηλιολουσμένη πόλη,
για ένα μεγάλο σπίτι που εκυλήσαν
τα πρώτα πρώτα χρόνια μας και οι βόλοι,
για τις χαρές που ακόμα με κρατούνε
ικέτη, θε να σου 'λεγα, μα έσβησαν,
για τους καιρούς που δε θα ξαναρθούνε...
Κώστας Καρυωτάκης – «Του αδελφού μου»

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Κάνουν λάθος αν πιστεύουν (ή φαντάζονται) ότι η ριζοσπαστικότητά μου προέρχεται από τη δυσπεψία μου σε «ουτοπίες» και διάφορες «θεωρίες». Στην πραγματικότητα οφείλω τη ριζοσπαστικότητά μου -από την αρχή ως το τέλος της- στο σύστημα και στη σάπια κοινωνία του… Αλλιώς, αν κάποιος θέλει να ψάξει για τους «θεωρητικούς» που ευθύνονται γι’ αυτήν, μπορεί να ξεκινήσει από τα γραφεία του τμήματος σωφρονισμού και ν’ αφήσει τους ποιητές του δυναμίτη στην ησυχία τους…
Gabriel Pombo da Silva

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Προς Θεσσαλονικείς η΄ (+οε΄) επιστολή φαύλου
Αδελφοί
Γελούσαν και διασκέδαζαν κάποιοι όταν το λέγαμε εις τας συναθροίσεις μας, αλλά όντως τα βιβλία εις τα σχολεία φέτος θα τα διανείμει ο άγιος Βασίλειος, η τσάντα του Τσάντα Κλάους! Με τις υγείες μας…
Κάποιοι άλλοι γελούσαν (κατόπιν εορτής) με το σύνθημα του Ανδρέου Παπανδρέου «το ΠαΣοΚ στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία», μέχρι που ήρθε ο κανακάρης του ο Giorgakis και τους κόπηκε ο γέλωτας. Γιατί τώρα πια ο ΛαΟΣ είναι όντως εις την εξουσία. «Μπουμπούκο μου και Μάκη μου με τι να σας… στολίσω» που λέγει και ο Καββαδίας. Φρίκη!
Βρωμάει η πραγματικότητα μα βρωμάει και το γιατάκι μας, πονούν ράχη και μέλη από τη συνεχή κατάκλιση… Παρακολουθούμε τους πλέον απίθανους τύπους, ασχολούμαστε με θλιβερά σκιάχτρα και ιστορικά υποκείμενα (αντικείμενα θα ήτο ακριβέστερος και επαρκέστερος προσδιορισμός) που υπό κανονικές περιστάσεις θα χρησίμευαν μόνον ως πτυελοδοχεία εις εισόδους μουσειακών ανακτόρων. Νανουριζόμαστε με παραμύθια και παραδινόμαστε εις παραδοσιακά άσματα του τύπου «ο γερο-Δήμος πέθανε, ο παπα-Δήμος πάει» ή εις νεότερα όπως «εγώ δεν ήμουνα Μπεγλίτης, Μπεγλίτη μ’ έκανες εσύύύύ» ή «Μάκη Βορίδη είσαι μεγάλη αρχή ήδη». Το hit «τζουτζούκα» διαδέχτηκε το νέο –τόσα χρόνια στα charts- «μπουμπούκα», ενώ χρόνια τώρα οι «Καρα» και οι «Παπα» ρυθμίζουν τις τύχες μας την ώρα που δεν δύνανται ούτε τα οίκου τους να τακτοποιήσουν…
Αγανακτισμένοι άπαντες μα «μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα», προσμένουμε κανένα θάμα στέλνοντας βιντεάκια και ειδήσεις ο ένας στον άλλο κι ελπίζοντας να εξοργιστεί εκείνος πρώτος!... «Κλεισμένος στο μικρό μου ρετιρέ / αντίσταση με video και πουρέ», όπως προ-φύτεψε και ο ψαλμωδός Δημήτριος Πανούσης… Και η κατρακύλα-ξεφτίλα μας δεν έχει τέλος…
"Φιλμ νουάρ" - Θεσσαλονίκη

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Αστοιχείωτοι είμεθα όλοι, είτε γράφοντες, είτε πολιτευόμενοι, είτε επιστήμονες, είτε άλλως οπωσδήποτε δρώντες σήμερον εν Έλλάδι υπό πάσαν έποψιν. Αστοιχείωτοι πνευματικώς, αστοιχείωτοι ηθικώς, αστοιχείωτοι ψυχικώς, αστοιχείωτοι κοινωνικώς.
Ό νέος έλλην, ο εισερχόμενος σήμερον εις την ζωήν, εισέρχεται απαράλλακτα όπως το νεογέννητον γατί ή το αρτίτοκον κουτάβι. Οι γονείς του τον γεννούν δια να τον γεννήσουν, ομοίως όπως οι σκύλοι ή οι αίλουροι. Και εκπληρούν ομοίως, επίσης ευσυνειδήτως, όλα τα φυσιολογικά των προς αυτόν καθήκοντα. Αλλ’ αν τούς έλεγε τυχόν κανείς ότι έκτος αυτών έχουν και άλλα, πολύ θα τούς εξέπληττε βεβαίως. Από την οικογένειαν λοιπόν δεν έχει να περιμένει καμμίαν προπαρασκευήν δια τίποτε απολύτως. Τα σχολεία εις τα όποια αρχίζει να φοιτά, εάν δεν τού στρεβλώνουν και το πνεύμα του και την ψυχήν του και το σώμα του και τον χαρακτήρα του, δεν τον παρασκευάζουν βέβαια και αυτά δια τίποτε άλλο, ή το πολύ-πολύ να γίνει φοιτητής. Το πανεπιστήμιον, αν υπάγει εις αυτό, και ενενήντα επί τοις εκατόν θα πάγει, δεν τον παρασκευάζει παρά δια να γίνει δικηγόρος, ιατρός ή δάσκαλος, υφ’ ην έννοιαν εννοήθησαν αι επιστήμαι αύται εις τον τόπον μας, απλά τουτέστι και χυδαία βιοποριστικά επαγγέλματα. Και η κοινωνία, όταν θα έβγη εις αυτήν, αμόρφωτος και αυτή και ακατάρτιστος και ανερμάτιστος εντελώς, ως μόνον καθήκον της νομίζει ν’ αρχίσει να τον κυλίει εις τα θολά της κύματα, φούσκαν κενήν, μηδενικόν μεταξύ μηδενικών, χάος εντός χάους. Κανείς και τίποτε δεν τον εδίδαξε να βλέπει, κανείς και τίποτε δεν τον εδίδαξε ν’ ακούει, κανείς και τίποτε να σκέπτεται, τίποτε και κανείς να εννοεί, κανείς και τίποτε να ενεργεί, τίποτε και κανείς να εργάζεται, κανείς και τίποτε να υπάρχει ως άνθρωπος εν γένει.
Τώρα, αν έχει ιδιοφυίαν τινά, αν η άργιλος από την οποίαν έγινε δεν είναι πολύ κοινή, αν ή φύσις τον επροίκισε με κάποιαν πρωτοτυπίαν χαρακτήρος, με κάποιαν δύναμιν πνεύματος, με κάποιαν ισχύν ψυχής, με συστατικά τινά υπεροχής οιασδήποτε, αρχίζει μόνος του να βλέπει, ν’ ακούει, να σκέπτεται, να εννοεί, να διδάσκεται, να μελετά, να κινείται, αρχίζει μόνος του να συμπληρώνει την ατελεστάτην ύπαρξίν του, αρχίζει αναμειγνυόμενος εις την ζωήν να προσπαθεί να μάθη εξ αυτής -αντί πόσου καιρού ίσως χαμένου, αντί πόσων πολλάκις αλγηδόνων!- ό,τι έπρεπε να ηξεύρη σχεδόν προτού έμβη εις αυτήν και ό,τι δεν έμαθεν, αρχίζει να προσπαθεί αφ’ εαυτού να γίνει άνθρωπος πλήρης και να μην απομείνει δίπουν άπτερον όπως εγεννήθη. Αν δεν τα έχει τα φυσικά αυτά συστατικά, αιώνια του ή μνήμη! Κλαίτε τον και από ζωντανόν! Είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει, είναι το αυτό.
Μιχαήλ Μητσάκης - «Κριτικά κείμενα»